Subscribe: ΠΟΙΟΣ ΕΠΝΙΞΕ ΤΟ ΝΑΡΚΙΣΣΟ;
http://whodrownednarcissus.blogspot.com/feeds/posts/default
Added By: Feedage Forager Feedage Grade B rated
Language: Greek
Tags:
Rate this Feed
Rate this feedRate this feedRate this feedRate this feedRate this feed
Rate this feed 1 starRate this feed 2 starRate this feed 3 starRate this feed 4 starRate this feed 5 star

Comments (0)

Feed Details and Statistics Feed Statistics
Preview: ΠΟΙΟΣ ΕΠΝΙΞΕ ΤΟ ΝΑΡΚΙΣΣΟ;

ΠΟΙΟΣ ΕΠΝΙΞΕ ΤΟ ΝΑΡΚΙΣΣΟ;



χρονικά ανεξιχνίαστων εγκλημάτων



Updated: 2018-03-06T10:54:04.048+02:00

 



Τι ζώδιο είναι οι ήρωες του GoT

2017-09-11T20:37:54.970+03:00

Περιμένοντας υπομονετικά την όγδοη σεζόν, μπορούμε να κάψουμε λίγο τους εγκεφάλους  μας  αναλύοντας το ζωδιακό προφίλ  των αγαπημένων μας χαρακτήρων  (spoiler, από την αντικειμενικά αλάνθαστη υποκειμενική οπτική ενός Σκορπιού).ΚΡΙΟΣStannis BaratheonΟ Στάνις είναι ηγέτης. Ο Στάνις κάνει το δικό του. Ο Στάνις δεν αλλάζει γνώμη. Είναι επιβλητικός (τουλάχιστον το νομίζει). Έναν αέρα τον έχει, ρε παιδί μου, όπως και να το κάνεις. Έχει το ύφος πωωωω-γάμησα-ο-θεός-πάλιόταν μόλις τα έχει κάνει σκατά, και το έχει τόσο πειστικά που σε ψαρώνει. Ο Στάνις έχει βαρεθεί τη γυναίκα του και προσπαθεί να ρίξει γκόμενες εκμεταλλευόμενος την υπερχείλιση τεστοστερόνης που τον χαρακτηρίζει. Ο Στάνις είναι σοβαρός και υπεύθυνος. Ο Στάνις δεν κάνει λάθη. Ο ΣΤΑΝΙΣ ΕΚΑΨΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ. Ο Στάνις Μπαράθεον είναι Κριός.Theon GreyjoyΜην το πάρετε στραβά οι άντρες Κριοί, δεν προσπαθούμε να γενικεύσουμε εναντίον σας, αλλά η αλήθεια είναι ότι ναι, θεωρητικά θα μπορούσατε να είστε τόσο μαλάκες που να κάψετε την κόρη σας (βλ. ανωτέρω Stannis Baratheon), ή απλά τόσο μαλάκες όσο ο Theon Greyjoy (ο οποίος για κάποιο περίεργο λόγο μας ήταν εξαρχής συμπαθής, ακόμη και πριν περάσει τα πάθη του Χριστού στη νιοστή στα χέρια του Ramsey). Μην ανησυχείτε, βέβαια, διότι αν είστε λίγο πιο τυχεροί στη ζωή σας από το Theon και καταφέρετε να διατηρήσετε ακέραια τα γεννητικά σας όργανα (πράγμα που σας ευχόμαστε ολόψυχα), θα έχετε πολλές επιτυχίες, αφού φημίζεστε για τον αχαλίνωτο ερωτισμό σας (και όλοι θυμόμαστε το Theon να πηδάει έξαλλα στις πρώτες σεζόν, με αυτή τη φάτσα μάλιστα που έκανε το όλο πράγμα λίγο disturbing). Τέλος πάντων, για να είμαστε δίκαιοι, ο Theon διαθέτει κατά βάθος ένα φλογερό πνεύμα –το οποίο τον οδηγεί ενίοτε και σε μαλακισμένες αποφάσεις, λόγω του εγγενούς κομπλεξισμού του (ξέρω, τώρα θα σπεύσετε να το αποδώσετε στο οικογενειακό περιβάλλον, που μεγάλωσε με τα σταρκάκια κι έτσι, αλλά όχι, σας διαβεβαιώ, το ζήτημα είναι πρωτίστως ζωδιακό). Ο δυναμισμός του ως ηγετικό ζώδιο της φωτιάς αποδεικνύεται διαρκώς από τις φλασιές ηρωισμού που τρώει ακόμη και ως Reek (βλ. τη φάση με τη Sansa) , και γενικά από το γεγονός ότι, όσες ηλιθιότητες κι αν έχει κάνει και όσα δράματα κι αν έχει περάσει (ας μην απαριθμήσουμε καλύτερα ούτε τις μεν ούτε τα δε) κατορθώνει να διατηρεί μια λάμψη στα μάτια και μια αύρα στιβ[...]



travel for fun

2017-02-12T17:13:47.577+02:00

width="320" height="266" class="YOUTUBE-iframe-video" data-thumbnail-src="https://i.ytimg.com/vi/-CSHCim2l60/0.jpg" src="https://www.youtube.com/embed/-CSHCim2l60?feature=player_embedded" frameborder="0" allowfullscreen>
Άργησε ωστόσο να καταλάβει πως τα γεγονότα είχαν προκαλέσει το σταμάτημα του εσωτερικού της χρόνου, που ακινητούσε πλέον ως μεσίστιος Ιούνιος απαστράπτων, και σε εξαιρετικές μονάχα περιπτώσεις δεχόταν να προοδεύσει, ελάχιστα πάντα, ένα λεπτό, μια ώρα ή, το περισσότερο, μια ημέρα τη φορά. Μοιραία λοιπόν την προσπερνούσαν οι εποχές, οι ημερομηνίες, ο χρόνος των άλλων· ερμητικά προφυλαγμένη από τη ροή των συμβάντων, επιβίωνε με μικρές δαγκωματιές σ’ ένα φανταστικό παρελθόν κι ένα εμβρυώδες μέλλον, οι αναμνήσεις των οποίων (κατασκευασμένες ή όχι, αδιάφορο), απολύτως δικαιωματικά της ανήκαν. Την τρόμαζαν, πάντως, οι πιθανές επιπτώσεις αυτής της ιδιωτικής στασιμότητας· το ενδεχόμενο, επί παραδείγματι, η ίδια να φθειρόταν στο εξής με ρυθμούς εξαιρετικά αργούς, παρατηρώντας τους οικείους της να παραδίδονται στην προβλεπόμενη επέλαση των ηλικιών τους· ή το ακριβώς αντίθετο, να βάραιναν δηλαδή πολλαπλάσια πάνω της τα μεγάλα διαλείμματα του χρόνου που το μέσα της επέμενε ν’ αγνοεί ως άχρηστα αντικείμενα στοιβαγμένα σ’ ένα κλειστό ντουλάπι, από τα οποία ήταν απλώς δύσκολο πρακτικά ν’ απαλλαγεί ολοκληρωτικά κανείς· και να γερνούσε αστραπιαία (ενάντια σε κάθε φυσικό νόμο προς την αντίστροφη κατεύθυνση) μεταξύ ευσταλών συγγενών και θαλερών φίλων.



show it to me

2017-01-29T12:55:50.846+02:00

width="320" height="266" class="YOUTUBE-iframe-video" data-thumbnail-src="https://i.ytimg.com/vi/QLA-KitILW0/0.jpg" src="https://www.youtube.com/embed/QLA-KitILW0?feature=player_embedded" frameborder="0" allowfullscreen>

Κατάλαβε, εν τέλει, πως ήταν ανάγκη απόλυτη να εφεύρει ένα καινούριο κώδικα για να ζήσει· να χαρτογραφήσει εκ νέου το περιβάλλον, τις αισθήσεις της, το ίδιο της το σώμα· να συμφιλιωθεί με τη διαρκή αγρύπνια της επιθυμίας της (ίσκιος, ίσκιος πουθενά), αυτό το βάρβαρο φως που την έτεμνε και εισχωρούσε και καταύγαζε το μέσα της και την ανύψωνε και την κρεμούσε ανάποδα σαν άνθος προς αποξήρανση. Έπρεπε, το γνώριζε· μα οι παλιές συνήθειες ήταν σε κάποιο βαθμό ισχυρές, κι ήταν φορές που ξεχνιόταν και δοκίμαζε, λόγου χάρη, να χαμογελάσει όπως στο παρελθόν, να συνομιλήσει περί ανέμων και υδάτων με τους παρευρισκόμενους, ή απλώς να καπνίσει στο μπαλκόνι. Αντιλαμβανόταν τότε, ευθύς αμέσως, πόσο μοιραία είχε αλλάξει, και πώς οι λέξεις πια δεν της ανήκαν, και οι κινήσεις, και οι συσπάσεις των μυών του προσώπου της εκτυλίσσονταν σαν άψυχη μελωδία μουσικού κουτιού κουρδισμένου από ένα ανάλγητο χέρι· εξακολουθούσε λοιπόν να χαμογελά, και να συνομιλεί, και να καπνίζει, παραδομένη στη νέα πραγματικότητα που την όριζε, συμφιλιωμένη με τη νόσο, πειθήνια, γνωρίζοντας πως στο εξής το καλοκαίρι θα κακοφόρμιζε ανεξέλεγκτα στο σώμα της, και οι φωτογραφίες του σπιτιού θα αιμορραγούσαν με μικρές εκρήξεις σε προκαθορισμένες ώρες θρυμματίζοντας τις κορνίζες τους. 



all of my being is now in pining

2017-01-22T16:16:05.092+02:00

allowfullscreen="" class="YOUTUBE-iframe-video" data-thumbnail-src="https://i.ytimg.com/vi/iL4UTJ5Jp5U/0.jpg" frameborder="0" height="266" src="https://www.youtube.com/embed/iL4UTJ5Jp5U?feature=player_embedded" width="320">κι ήταν κάποιες φορές που σ’ ένιωθα σαν έλκος ζωντανό πάνω στο σώμα μου, εντελώς ξαφνικά, και σε στιγμές ολότελα ανύποπτες, καθώς έκοβα, ας πούμε, το ψωμί με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας, το καλοκαίρι επέμενε κίτρινο κι οι μέρες μου κυνηγιόντουσαν σαν άλογα κούρσας· σ’ ένιωθα ξαφνικά, και τα μέλη μου νέκρωναν, αιφνιδιασμένοι λαγοί σε προβολείς αυτοκινήτου, το μαχαίρι σφήνωνε στο ψωμί προέκταση του μουδιασμένου χεριού μου, και σκεφτόμουν, με πάσα σοβαρότητα, θα πεθάνω. Καταλάβαινα, ασφαλώς, πως η πιθανότητα ενός επιτόπιου θανάτου μου ήταν εξαιρετικά μικρή, κι επιπλέον, εξαιρετικά άβολη, για ένα πλήθος λόγων που το μυαλό μου αδυνατούσε τη δεδομένη στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει μα γνώριζε, σε κάθε περίπτωση, πως υπήρχαν· ωστόσο εξακολουθούσα να σκέφτομαι, και σε κάποιο βαθμό να πιστεύω, πως θα πέθαινα. Στεκόμουν λοιπόν,  ακίνητη με το μαχαίρι πάνω από τον πάγκο, και σκεφτόμουν πως θα ’πρεπε ίσως να σου τηλεφωνήσω, ν’ ακούσω τη φωνή σου ζωντανά για να πειστώ πως ήσουν απλώς εσύ, κι όχι ένας λόγος να πεθάνω χωρίς κανένα, προφανή τουλάχιστον, λόγο, ελπίζοντας πως ο ενεστώτας σου θα ήταν λιγότερο τρομαχτικός απ’ την ανάμνησή σου, αλλά φοβόμουν μήπως δεν πιάσει –τίποτα, είναι η αλήθεια, δεν μου διασφάλιζε την προοπτική μιας συντριπτικής υπεροχής του παρόντος επί του παρελθόντος· το αντίθετο ίσως να συνέβαινε, κρίνοντας από την πρόσφατη συμπτωματολογία μου: τα παραλυθέντα άκρα, την απύθμενη λύπη, τις συντομότατες ευφορικές εξάρσεις, την αυθαίρετη βεβαιότητα, εν τέλει, πως ολόκληρη η ζωή μου είχε συμπυκνωθεί σε μερικά στιγμιότυπα αφής (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου)· κι έπειτα σκεφτόμουν, πως διανύαμε, ειρωνικά ίσως, μια παντελώς αναπόδραστη ηλικία, καθώς δεν θα ’χε κανένα νόημα ν’ αναποδογυρίσει κανείς τα κεράκια της τούρτας από λάθος, ή επιτούτου για να παίξει, κι η πλήρης βεβαιότητα αυτού του ελάχιστου, κωμικού μάλλον αδιεξόδου μού προκαλούσε ένα μικρό πανικό, καθώς συνέχιζα να σε νιώθω πάνω μου απτόν σα ζωντανό έλκος και συνέχιζα να σκέφτομαι, εν πλήρη ηρεμία, θα πεθάνω, κι έψαχνα τις λέξεις[...]



no dawn no day

2016-11-20T10:50:36.916+02:00


allowfullscreen="" class="YOUTUBE-iframe-video" data-thumbnail-src="https://i.ytimg.com/vi/tfBY96qxVRQ/0.jpg" frameborder="0" height="266" src="https://www.youtube.com/embed/tfBY96qxVRQ?feature=player_embedded" width="320">

Απέκτησε, τελικώς, την ψευδαίσθηση ότι η ζωή δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε, τέλος πάντων, αρχικά υποθέσει· πιθανότητες περιέπλεκαν τις απλούστερες καθημερινές της δραστηριότητες· για να βγει, φερειπείν, από το μπάνιο στο σαλόνι, σκόνταφτε στα κουβαριασμένα ενδεχόμενα πάνω στο χαλί. Περνούσε τις μέρες της, ασφαλώς, περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει· έχοντας απολέσει τη γνώση πως τα τηλεφωνήματα είχαν προ πολλού υποκατασταθεί εν μέρει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· συνεπώς, η πιθανότητα επικοινωνίας συμπαρέσυρε συνήθως κατ’ ανάγκη διαφημίσεις απορρυπαντικών, παιδικών τροφών και μαγικών αναλγητικών, καθώς και την έκθεση στα αιτήματα φιλίας ατόμων παντελώς αγνώστων της. Πίστευε, για ένα διάστημα, πως η ποίηση, ενδεχομένως, θα την έσωζε· πως οι λέξεις θα μπορούσαν, ίσως, να την απεγκλωβίσουν, να εξαναγκάσουν το τηλέφωνο να χτυπήσει ή έστω (κι αυτό θα της ήταν, στ’ αλήθεια, αρκετό) να κάνουν το χρόνο περισσότερο υποφερτό. Γιατί είχε αποκτήσει, επίσης, την κακή συνήθεια να υπολογίζει το χρόνο σε μικρά ανάποδα βήματα από και προς το σώμα του· πριν και μετά τις λέξεις του· ή και διαγωνίως διασχίζοντας τις σπηλαιώδεις σιωπές του· να ρυθμίζει την αναπνοή της ισορροπώντας ανάμεσα στους πόλους του, έρμαιο ενός πανίσχυρου μαγνητικού πεδίου που την κρατούσε μετέωρη (χωρίς πόνο, βεβαίως, χωρίς επιπρόσθετες εξάρσεις, χωρίς υποτίτλους) σε μια χρονική στιγμή αδιευκρίνιστη (ούτε μέρα, ούτε νύχτα)· ένα μικρό ζώο μουμιοποιημένο μέσα σε παγετώνα. Απέφευγε λοιπόν, το κατά δύναμιν, τις σκέψεις, τις υποθέσεις, τις διατυπώσεις· απέκλειε εξ ορισμού τις φωτογραφίες· έπινε και κοιμόταν αποκλειστικά στη βεράντα κάτω από μια μικρή χάρτινη ομπρέλα. Έτρεμε τη λήθη –μόνο αυτήν. Η ασθένεια, βεβαίως, επέλαυνε σταθερά· τα άκρα της γέμιζαν μικρές γαλάζιες φλέβες, που όλο πύκνωναν και προόδευαν προς τον κορμό, σαν να επέκειτο η μεταμόρφωσή της σε ωκεανό. Εκείνη ήξερε, ασφαλώς, πως περί άλλου επρόκειτο· επέμενε ωστόσο με κάποια φιλαρέσκεια να περιβάλλει τη νέα της όψη με ταιριαστά αξεσουάρ (ένα μαντήλι γαλάζιο, ένα καπέλο, ένα ζευγάρι γάντια)· και παρακολουθούσε ήρεμη καθώς τα έπιπλα φούσκωναν κι έσκαγαν μεριές-μεριές από την υγρασία. Και θυμόταν, όλο θυμόταν· επιμελώς· ψυχαναγκαστικά σχεδόν· ρυθμικά· με μια μνήμη ρετρό χαρτονένια σαν κιτρινισμένη καρτ-ποστάλ· το σώμα της όλο, ένα μονοπάτι με σημαδεμένες κρυψώνες· ίσκιος πουθενά.     



when the cold winds blow

2016-11-13T23:44:01.906+02:00

width="320" height="266" class="YOUTUBE-iframe-video" data-thumbnail-src="https://i.ytimg.com/vi/D6Yj0TC4BJs/0.jpg" src="https://www.youtube.com/embed/D6Yj0TC4BJs?feature=player_embedded" frameborder="0" allowfullscreen>
κι ήταν φορές που θα μπορούσα, με λίγη προσπάθεια ή μια βοήθεια μικρή από τις περιστάσεις (να τύχει να μ’ αγγίξεις, ας πούμε, δυο φορές στο ίδιο σημείο), να μπερδέψω το όλο πράγμα με την ευτυχία· να ισχυριστώ πως φόβος ουδείς με διαγούμιζε μήτε μνήμη θανάτου· κι η αναπνοή μου μια πρόφαση να συνεχίσω να υπάρχω στο εξαιρετικό μεταίχμιο της επιθυμίας σου. Κι ήξερα πως σε ύπνο μέσα σε συναντούσα και πως με μια δρασκελιά θα με πρόφταινες, αν ήθελες, προτού καταποντιστώ –μα ήταν όλα προς στιγμήν ωραία κι εγώ έτοιμη και κουρασμένη λαχταρούσα μόνο μια περισπωμένη να κοιμηθώ ανάμεσα στα χόρτα. Ψιλόβρεχε μια βροχή κρουστή σα τζάμι σπασμένο· μάκραιναν τα μαλλιά μου· τα σπλάχνα μου άδειαζαν· γυρισμένη τα μέσα έξω έσταζα πευκοβελόνες σα ρούχο που το τινάζει κάποιος σ’ ένα μπαλκόνι· και με κοιτούσες ίσια μέσα στα μάτια  ενώ γύρω μας ο κόσμος γκρεμιζόταν αθόρυβα, θεαματικά και αμετάκλητα, κι ήταν όλο τόσο εξωπραγματικό που σκέφτηκα  ήρεμα, όνειρο, ας είναι, και συνειδητοποίησα πως σε κοιτούσα κι εγώ ευθεία στα μάτια ώρα πολλή κι ήμουν, ωστόσο, ζωντανή. Κι απελπίστηκα τότε βίαια και πραγματικά, πως ελπίδα δεν υπήρχε να πάψω, να μην είμαι, και πως θα ’πρεπε σε λίγο να ξυπνήσω, ή να ξανακοιμηθώ, ό,τι από τα δύο, και να περπατήσω ξανά μονάχη στη λεωφόρο, να μ’ αγκαλιάσουν τα παιδιά και να ποτίσω τη βουκαμβίλια προσβλέποντας πάντοτε πως ίσως, ίσως εφέτος





I had everything I needed to commit suicide

2016-10-23T17:23:16.751+03:00

allowfullscreen="" class="YOUTUBE-iframe-video" data-thumbnail-src="https://i.ytimg.com/vi/4eAbQ4zhlBk/0.jpg" frameborder="0" height="266" src="https://www.youtube.com/embed/4eAbQ4zhlBk?feature=player_embedded" width="320">

κι όταν η απόσταση μεγάλωνε, σε ονειρευόμουν σε κάτι όνειρα απλοϊκά χολυγουντιανής αισθητικής· περπατούσαμε, ας πούμε, σε μια προκυμαία γεμάτη κόσμο με ορίζοντα γκρίζο τρώγοντας μαλλί της γριάς  ξαφνικά σειρήνες χτυπούσαν έσκαγαν βόμβες και γέμιζε το σκηνικό ανθρώπους που μας γάζωναν με αυτόματα από όλες τις μεριές το ζαχαρένιο μου σύννεφο βαφόταν κόκκινο από το αίμα κάποιου αγνώστου και πετούσε με μια βίαιη ριπή αέρα ανέμελο πάνω από τη θάλασσα, κι εγώ το κοιτούσα συγκρατώντας με τα δυο χέρια το ψάθινο καπέλο μου και σου φώναζα, ατάραχη τελείως, μόνο για ν’ ακουστώ πάνω από τις στριγκλιές και το πανδαιμόνιο, αύριο ίδια ώρα, μετά μου έδινες ένα φιλί κινηματογραφικό κάτω από κάποια δυσδιάκριτη επιγραφή που είχε προκύψει ξαφνικά εντελώς πάνω από τα κεφάλια μας κι ενώ το μακελειό εξακολουθούσε απομακρυνόσουν με βήματα αργά πάνω στην προκυμαία, και καθόλου δεν ανησυχούσα, καθώς γύρω σωριάζονταν πτώματα κι αυτοκίνητα λαμπάδιαζαν μα τίποτα δε μας ακουμπούσε, τότε αιφνιδίως παρατηρούσα που φορούσες ένα μπλουζάκι βυσσινί κι αμέσως άνοιγε ο ορίζοντας στα δύο και με κατάπινε και μ’ έφτυνε αμάσητη στα μισά της κόλασης



Απογεύματα με τον εχθρό μου

2014-04-25T17:20:21.572+03:00

Λοιπόν ναι, έγινα μάνα. Χαθήκαμε λίγο, αλλά δε μπορεί, αυτό το έχεις εμπεδώσει, δεν ξεχνιέται ως πληροφορία. Ελπίζω να σου έλειψα. Αν δεν το έχεις ήδη καταλάβει, η παρούσα ανάρτηση είναι αφιερωμένη σ' εσένα. Ναι, σ' ΕΣΕΝΑ, γονιέ των άλλων παιδακίων που ζουν και μεγαλώνουν (από θαύμα, θα έλεγα, αλλά ας μην προτρέχουμε), στον πλανήτη γη, και πιο συγκεκριμένα στην πόλη μου, με αποτέλεσμα να σας τρακάρω κάθε τρεις και λίγο τα απογεύματα στην παιδική χαρά, στον παιδότοπο, στο σούπερ-μάρκετ κ.ο.κ. (διότι αν ζούσατε στη Μαδαγασκάρη και δε σας έτρωγα ποτέ στη μάπα, δε θα χαλούσα και e-σάλιο για να σε κράξω).Λοιπόν. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΚΑΤΕΡΙΑΝΝΑ. Δηλαδή τώρα μπορεί να μπορείς, αλλά όταν κυβερνήσω τον κόσμο ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙΣ. Η χρήση ονομάτων όπως Κατεριάννα, Μαριοθόδωρος και Ελενοβαγγελίτσα θα ποινικοποιηθεί.Το ίδιο θα ισχύσει και για όλα τα ονόματα του τύπου Συλβί, Μάριον, Νταϊάνα κ.ο.κ. (υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι έβγαλες το παιδί σου Συλβί απλώς επειδή σου καύλωσε, ενώ διαμένεις στην Ελλάδα και δεν έχεις π.χ. κάποια ξενική καταγωγή -η ποινή, δε, θα είναι ισόβια κάθειρξη στην περίπτωση που το φωνάζεις κάπως έτσι ενώ το έχεις βαφτίσει Ευτέρπη ή Θέκλα, και προσπαθείς να μου εξηγήσεις το δημιουργικότατο τρόπο με τον οποίο από το Θέκλα προκύπτει ως χαϊδευτικό το Συλβί), καθώς και για τα ονόματα του τύπου Μιχαήλ ή Εμμανουήλ (αναφέρομαι στις περιπτώσεις που φωνάζεις όντως το νήπιο Μιχαήλ και Εμμανουήλ, κι αν τολμήσει κανείς να του πει γεια σου Μιχαλάκη/Μανωλάκη τον κοιτάζεις έτοιμος να του πάρεις το κεφάλι.) Την περίπτωση των διπλών ονομάτων με τη λογική κρατάμε-τις-παραδόσεις-και-ευχαριστούμε-τους-παππούδες-αλλά-ταυτόχρονα-δείχνουμε-και-πόσο-προχώ-άτομα-είμαστε, όπως Γιωργάκης-Αναξίμανδρος, Ελενίτσα-Ιωσηφίνα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν την αναφέρω γιατί έχω την αίσθηση ότι έχει παλιώσει λιγάκι ως μόδα αλλά, καλού-κακού, θα προσθέσω μια σχετική μεταβατική διάταξη. Και για να μην το ξεχάσω, θα περάσω ρύθμιση με την οποία θα ορίζεται ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό παιδιών με τα ονόματα Μυρτώ και Δανάη για τους παιδικούς σταθμούς και τα σχολεία.Συνεχίζω. ΒΛΑΜΜΕΝΕ, σταμάτα να ουρλιάζε[...]



Ατένσιον, μπερθ χόρορ στόρι αχέντ.

2013-03-09T18:04:53.040+02:00

Λοιπόν...πού είχαμε μείνει;Α, ναι, εκεί που ο Αννίβας ήταν ακόμα μέσα κι εγώ παραληρούσα σουρομαδώντας τη γάτα. Ρε πούστη μου, περάσαν έξι μήνες και δεν το κατάλαβα, κοίτα να δεις.(Συμπαθάτε με. Στη νέα, γονεϊκή πραγματικότητα, ο χρόνος ως έννοια έχει γίνει κάτι...πώς να το πω; Σα λάστιχο. Βασικά δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω τις μέρες που περνάνε, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: να έχουν περάσει δηλαδή δύο ώρες κι εγώ να νομίζω ότι ήταν δέκα. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι όντως υπήρξαν κάποτε φάσεις στη ζωή μου που βαριόμουνα ας πούμε κι έσπαγα μπαλάκια στο zuma για να ηρεμήσω καμιά-δυο ώρες, κι αναρωτιέμαι πώς στο καλό γίνεται τώρα μέσα στον ίδιο χρόνο να έχω μαγειρέψει-βάλει πλυντήριο-σιδερώσει-κάνει μερικές ακόμα δουλειές (σχεδόν πάντα με το νιντζομωρό πάνω μου στο σλινγκ) ΚΑΙ επίσης να έχω κάνει μπάνιο, να έχω βαφτεί-χτενιστεί, να έχω αλλάξει-ντύσει το νιντζομωρό και να είμαι έτοιμη για έξω. Και να μου φαίνεται φυσιολογικό. Άσε που σε εξαιρετικές ας πούμε φάσεις, που πασάρω το νιντζομωρό στο μωρό για να "ασχοληθώ με τον εαυτό μου" (κοινώς να κάνω μπάνιο όχι σε δέκα αλλά σε ΕΙΚΟΣΙ ολόκληρα λεπτά, να κάνω καμιά αποτρίχωση και να βάψω κανένα νύχι), σύνολο ας πούμε μιάμιση ώρα στη χειρότερη περίπτωση, νομίζω μετά ότι τον έχω αφήσει μισή μέρα τουλάχιστον και τρέχω σαν την τρελή να τον πάρω γιατί πάσχω από κρίση έλλειψης.)[Επειδή τώρα το ξέρω ότι το αναρωτιέστε, λοιπόν ΟΧΙ, δεν έχω αφήσει το νιντζομωρό-βρωμερούλι για πάνω από δύο ώρες, δύο φορές συνολικά. Και το έκανα για να πάω στο γιατρό (θα τον έπαιρνα μαζί αλλά δεν έχω αμάξι και δεν ήθελα να τον βάλω στη συγκοινωνία.) Και ναι πάμε για καφέ οικογενειακώς. Και κοιμόμαστε και όλοι μαζί, ΕΝΤΑΞΕΙ; (Μην ακούσω τώρα καμιά αηδία περί καταστροφής της προσωπικής ζωής του ζευγαριού, διότι πλέον ξέρω από πρώτο χέρι ότι τέτοιες "συνταγές" επιτυχίας/αποτυχίας δεν παίζουνε. Εννοείται ότι είναι προσωπικό θέμα το αν σε ευχαριστεί ή όχι να κοιμάσαι μαζί με το μωρό. Αλλά το αν πηδιέσαι ή δεν πηδιέσαι, άπαξ και ΥΠΑΡΧΕΙ ένα μωρό, ουδεμία σχέση έχει με το ΠΟΥ αυτό κοιμάται. Το θέμα είναι ΝΑ κοιμάται. Αν ΔΕΝ κοιμάται, σε οποιοδήποτε σημείο του σπιτιού κι αν υποθέσουμε ότι θα έπρεπε να[...]



feeling good

2012-09-15T09:22:15.753+03:00

allowfullscreen="allowfullscreen" frameborder="0" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/CmwRQqJsegw" width="420">Τελικά, αυτά τα τελευταίας τεχνολογίας "έξυπνα" κινητά είναι όντως έξυπνα. Όχι απλά έξυνα, δηλαδή· διάνοιες. Κάνουνε και χιούμορ. Δε με πιστεύετε; Καλά. Το μεσημέρι μου έστειλε ένα μήνυμα το μωρό, και η αυτόματη διόρθωση είχε μετατρέψει ένα"τώρα" σε"φώκια".Ναι, φώκια. Από όλες τις πιθανές λέξεις, ας πούμε, που περιέχουν ωμέγα και μοιάζουν, θεωρητικά, με το τώρα, το γλυκό μας εξπίρια πήγε και διάλεξε τη φώκια.Όχι, δεν κάνω πλάκα. Ή μάλλον, όχι, εγώ δεν κάνω πλάκα. Μου κάνει πλάκα το ρημάδι το σμάρτφον, το γαμημένο ότο-κορέκτ, το άτιμο το σύμπαν.Ή εγώ είμαι όντως τόσο φώκια πλέον, που το αντιλαμβάνονται και οι συσκευές, και μάλιστα εξ αποστάσεως. Τι να πω.[Ως φώκια, λοιπόν, να θυμηθώ μέχρι να γεννήσω να μην επιχειρήσω ξανά να βουρτσίσω την Τούφα. Λογικό είναι -οι φώκιες δε βουρτσίζουν περσικές γάτες. Όποια χαζή φώκια πάει να το κάνει, παθαίνει τράβηγμα αριστερού ισχύου και την επομένη μπατάρει από τη μια μεριά σερνόμενη από έπιπλο σε έπιπλο. Κατάσταση η οποία (σε συνδυασμό με τους αιφνίδιους πόνους-κράμπες-μουδιάσματα-ηλεκτροσόκ σε προσαγωγούς-λεκάνη-πόδια, που τη χτυπάνε από τότε που ο μπέμπης σφήνωσε το κεφαλάκι του εκεί που το σφήνωσε) μπορεί να τη δυσκολέψει λίγο, ιδίως όταν το μωρό λείπει μέχρι το βράδυ λόγω δουλειάς κι αυτή πρέπει, αν μη τι άλλο, να φάει και να πάει στο μπάνιο στη διάρκεια της μέρας. Λέμε τώρα.]Τι έλεγα;Α, ναι. Για τις φώκιες. Και το σμάρτφον, και τις περσικές γάτες. Και το ότι θα γίνω μαμά.Ξέρω, το τελευταίο δεν το έλεγα ακριβώς, αλλά εξυπακούεται. Το σκεφτόμουν. Είπαμε, είμαι τζασμένη, αλλά τέτοιο τεχνολογικο-ζωολογικό παραλήρημα υπό συνθήκες λιγότερο σουρεαλιστικές δε θα το είχα.Ο μπέμπης έρχεται. Πήγα χτες στο ντόκτορ και μου το είπε. Σώπα, θα μου πείτε, άμα δε σου το έλεγε δηλαδή δεν το ήξερες. Ναι, το ήξερα, μία βδομάδα έχω, και μόνος του να μην έρθει στο διάστημα αυτό θα τον κάνει η επιστήμη να έρθει. Πού θα πάει δηλαδή, θα κάτσει εκεί μέσα για πάντα, ή θα μεταναστεύσει; Αλλά να, μου φαίνεται απίθανο, δεν ξέρω πώς ακριβώς να το εξηγήσω. Όπως όταν ήταν να πρωτομπώ σε αεροπλάνο -και χειρότερα, εννοείται. Ότ[...]



Hannibal ante portas

2012-09-03T13:37:41.864+03:00

allowfullscreen="allowfullscreen" frameborder="0" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/9jK-NcRmVcw" width="420">Λατρεμένο, πολυπληθές και φανατικό κοινό της λίμνης.Μπορώ υπερήφανα να σας ανακοινώσω ότι η έλευση του Διαδόχου αποτελεί πλέον ζήτημα μάξιμουμ τεσσάρων εβδομάδων.Με τη συγκινητική αυτή ευκαιρία, το ακαταλόγιστο που μου δίνει το αδιαμφησβήτητο γεγονός της επί του παρόντος μετατροπής μου σε ανθρώπινο babasling, αλλά και την κοντινή προοπτική της επανένταξής μου στο φυσιολογικό ανθρώπινο είδος, μου ήρθε επιτέλους ο οίστρος να παραληρήσω αδειάζοντας τη χοληδόχο κύστη μου μοιραστώ μαζί σας μερικές από τις συγκλονιστικές εμπειρίες του τελευταίου διαστήματος.[Φίλε αναγνώστη, μέλος του άνωθεν λατρεμένου, πολυπληθούς και φανατικού κοινού: Ξέχασα ότι πιθανότατα δεν έχεις κανένα λόγο να γνωρίζεις τι διάολο είναι το babasling. Οπότε, αν δεν μπήκες στον κόπο να το γκουγκλάρεις ήδη, να σε διευκολύνω: είναι αυτό. Και επειδή και πάλι δεν είσαι υποχρεωμένος να καταλάβεις από τη φωτογραφία τι είναι το αυτό, μάθε ότι είναι μάρσιπος, ήτοι το μαραφέτι που χρησιμοποιούνε για να κουβαλάνε τα μπεμπέ δεμένα πάνω τους - ή τέλος πάντων μια μάρκα αυτουνού του μαραφετιού, που κυκλοφορεί ούτως ή άλλως σε διάφορες εκδόσεις. Και που, παρεμπιπτόντως, είναι από τα τελευταία μπεμπεπράματα που η τρελή υποφαινόμενη (που μετά βίας συγκρατείται να μην πάρει από τώρα ποδήλατο για όταν πάει το παιδί τεσσάρων χρονών) δεν έχει προλάβει ακόμα να αγοράσει και αναβάλλει διαρκώς την αγορά του λόγω του παρανοϊκού συνδρόμου έχουμε-ψωνίσει-αγόγγυστα-2.400-ευρώ-για-το-μωρό-και-με-έπιασε-άγχος-με-τα-τελευταία-50-λες-και-θα-κάνουν-(μπουαχαχαχαχα)-αυτά-τη-διαφορά.][Ναι, φίλε αναγνώστη ετσέτερα ετσέτερα που σκέφτεσαι ίσως να κάνεις κι εσύ μπεμπέ, τόσα περίπου θα θες αν δεν έχεις εξοπλισμό πρόχειρο από προηγούμενο μπεμπέ. Όχι, δεν ψώνισα σινιέ, πήρα πράματα καλής ποιότητας αλλά σίγουρα όχι σινιέ, άσε που έπεσε και η έρευνα αγοράς της αρκούδας, παραγγελίες από amazon και γενικότερα ό,τι στον κόσμο μπορούσε να γλιτώσει λεφτά. Διευκρινίζω: στις αγορές δεν συμπεριλαμβάνονται σχεδόν καθόλου ρουχαλάκια (πήραμε ελάχιστα μέχρι στιγμής γιατί μας πλακώσανε στ[...]



Heimweh

2012-08-25T03:02:47.521+03:00

allowfullscreen="allowfullscreen" frameborder="0" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/f8AzBp1_UPs" width="420">



Εγκυμοσύνη, λαμπατέρ και το αρκουδάκι της αγάπης

2012-08-24T23:11:14.332+03:00

[Ντισκλέιμερ: Αν ξεβραστήκατε εδώ παντελώς αθώα και τυχαία, ψάχνοντας συμβουλές προετοιμασίας θηλασμού, κούνιες, καροτσάκια, ρουχαλάκια και άλλα τέτοια γλυκά πραγματάκια, απλώς φύγετε. Το είπα, ε;]Λοιπόν, είσαι έγκυος. Συγχαρητήρια. Είσαι εξαιρετικά ευτυχισμένη. Και συνειδητοποιημένη επίσης για το όλο θέμα, καθ' ό,τι η εγκυμοσύνη δεν σου προέκυψε από βιασμό, σπασμένη καπότα ή κάτι παρόμοιο. Ξανά μπράβο. Α, και η εγκυμοσύνη σου εξελίσσεται θαυμάσια, χωρίς ενοχλητικά συμπτώματα, παρενέργειες, ντράβαρα και τα λοιπά. Τέλεια! Μα τότε, τι σκατά πηγαίνει στραβά και θέλεις ενίοτε να δολοφονήσεις το μισό πληθυσμό που σε περιστοιχίζει; Μήπως φταίνε οι άτιμες οι ορμόνες; Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. Είπαμε, είσαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος *ντα-νταμ!* μία έγκυος. Έεε... τι έγινε; Πάμε πάλι.Είσαι μία φυσιολογική, ευτυχισμένη γυναίκα *ντα-νταμ!* έγκυος.Οκ, μισό, κάτι έχει κολλήσει εδώ, εγώ δεν ήθελα...Χεσ' το, πάμε πάλι.Είσαι λοιπόν μία    *ντα-νταμ!* ΕΓΚΥΟΣ. Χμμμμ. Υποπτεύομαι βάσιμα ότι μόλις εντοπίσαμε το βασικό πυρήνα του προβλήματος.Είσαι λοιπόν *ντα-νταμ!* (οκ, οκ, το πιάσαμε, φτάνει) έγκυος. Και η εγκυμοσύνη σου ενθουσιάζει τόσο τους πάντες στον περίγυρό σου (γονείς, αδέρφια, φίλους, γνωστούς, γειτόνους, συναδέλφους), που αδυνατούν κυριολεκτικά να σκεφτούν ο,τιδήποτε άλλο σχετικά με το άτομό σου.  Για την ακρίβεια, είναι σαν να πάσχουν από συλλογική αμνησία, καθώς κανένας δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι είσαι η γνωστή, παλιά κι αγαπημένη (ελπίζουμε) Ευτέρπη/Ελένη/Μαριγούλα/Διονυσία/(συμπληρώστε καταλλήλως), που βρίσκεται απλώς σε κύηση. Όχι. Είσαι *ντα-νταμ!* (ΛΟΙΠΟΝ ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΤΡΑΒΗΞΕ) μία έγκυος. Το "έγκυος" γίνεται, θες δε θες, η οντολογική σου ταυτότητα, το είδος σου ρε παιδάκι μου -πώς λέμε αυτό είναι καγκουρό, εκείνο είναι λαμπατέρ; Ε, εσύ είσαι έγκυος. Συνεχίζουμε: Ως έγκυος, λοιπόν (...κάτσε....δεν ακούστηκε τίποτα, έτσι; ωραία), ως έγκυος, κατατάσσεσαι αυτόματα στη σχετική συνομοταξία, με αποτέλεσμα να σου αποδίδονται με εξίσου αυτοποιημένο τρόπο (τα συλλογικά υποσυνείδητά μου μέσα) όλα τα χαρακτ[...]



good fortune (με λίγο από Τούφα, κατάποση ξυστρών και μακρινά σχέδια επαγγελματικής αποκατάστασης)

2012-08-25T03:05:29.894+03:00

allowfullscreen="" frameborder="0" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/gDBZZ3uvimE" width="560">Ο μικρός κλωτσάει.Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω –υποθέτω έχει μπόλικο χώρο ακόμα εκεί μέσα να κάνει τούμπες με την άνεσή του.Τώρα δα, κάνει κάτι χτυπηματάκια αριστερά –πάλι . Υποθέτω ότι εννοεί καλημέρα, για έβδομη φορά. Ή ότι γουστάρει την PJ. Ή απλώς ότι, όπως λέει και το μωρό, είναι από τώρα νευρόσπαστος σαν και μένα.Τον έχω συνηθίσει. Όχι ότι ήταν και δύσκολο, δηλαδή· είναι πάρα πολύ καλός, δεν με έχει ενοχλήσει καθόλου. Μόνο τη γκαρνταρόμπα μου σαμποτάρισε από την αρχή σχεδόν, αλλά αυτό, προφανώς, ήταν μέσα στο πρόγραμμα. Ευτυχώς καλοκαίριασε, εξάλλου, και το θέμα ντύσιμο γίνεται πιο εύκολο –δεν έχω να ψάχνομαι πώς θα κουμπώσω το παλτό και τέτοια.Ζαλάδες, ναυτίες, μαλλιά που πέφτουν ή δεν πέφτουν, τρίχες που βγαίνουν περισσότερες ή λιγότερες, κουλά με το φαγητό και τις μυρωδιές, γενικότερο ψυχοτραλαλά –αστικοί μύθοι. Μοναδική εξαίρεση το νες καφέ, που δε θέλω να το δω ούτε ζωγραφιστό. Όχι ότι θα ξεράσω και τέτοια (ήμαρτον, μόνο με 4+ ποτά ενδεχομένως ξερνάω και, επί του παρόντος, διανύουμε ασφαλώς περίοδο πλήρους ποτοαπαγόρευσης), αλλά δεν το γουστάρω. Το δεύτερο-τρίτο μήνα, να πω την αλήθεια, δε γούσταρα κανένα καφέ. Τώρα τους πίνω όλους πολύ ευχαρίστως, εκτός από το συγκεκριμένο· μπλιαχ. Ε, κάποια παραξενιά έπρεπε να μου βγει κι εμένα, όλοι (ακόμα κι ο γιατρός) με κοιτάνε σαν τον άνθρωπο ελέφαντα όταν λέω ότι δεν έχω κανένα σύμπτωμα.Πολύ θα ήθελα να συστήσω την κοιλιά και στην Τούφα, αλλά η Τούφα κατάπιε προ ημερών, άνευ οποιουδήποτε λόγου, ένα κομμάτι πλαστικό δεκαπέντε πόντους, πράγμα που μάλλον αποδεικνύει ότι μετά βίας επικοινωνεί με το άμεσο περιβάλλον της, πόσο μάλλον με κοιλιές και έμβρυα. Υποθέτω βάσιμα ότι θα ασχοληθεί (αν ασχοληθεί) με την παρουσία του μικρού μόνο όταν θ’ αρχίσει να της τραβάει την ουρά.[Επισήμανση: Στην περίπτωση που στο σημείο αυτό αισθάνεστε μυστηριωδώς την ανάγκη: α) να με ρωτήσετε πώς έχω γάτα όντας έγκυος, τι θα κάνω τη γάτα όταν γεννηθεί το μωρό κ.λπ., β) να με προειδοποιήσετε ότι θα πάθω τοξόπλασμα (όπως η κουνιάδα της γειτόνισσας του[...]



Το ψάρι

2013-06-28T15:46:27.787+03:00

allowfullscreen="" frameborder="0" height="315" src="//www.youtube.com/embed/yYajUDFQYU8" width="420"> Με ρίχνει αυτός ο σκατόκαιρος, ρε πούστη μου.Πέρσι, σα σήμερα, ξυπνούσα με ένα μεγαλειώδες χανγκόβερ και το νυφικό μου να σέρνεται κάπου στο σαλόνι. Προσπαθούσα να καταλάβω πού βρίσκομαι, τι μέρα είναι, γιατί έχω κάτι μαδημένα πράματα στο κεφάλι μου και τα σχετικά. Μετά συνέφερα και θυμήθηκα, δεν είχε γίνει πυρηνική καταστροφή, δεν είχα συμμετάσχει στα καλλιστεία του αντέννα, δεν με είχαν απαγάγει εξωγήινοι, απλώς είχα παντρευτεί την προηγουμένη, ήταν μεσημέρι, το σπίτι ήταν μουνί, και ήταν ζήτημα ωρών να μου σκάσουν επίσκεψη οι συγγενείς από κάτω, που θα έφευγαν την επομένη κι έπρεπε εννοείται να δουν το σπίτι, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε επειγόντως να συμμαζέψω, να σφουγγαρίσω, να βγάλω τα υπολειπόμενα πέταλα από το κεφάλι μου και να ξυπνήσω επίσης κάποια στιγμή το μωρό, που ήταν πιο τέζα από μένα, να το επαναφέρω στην πραγματικότητα εξηγώντας του όλα αυτά, περί χθεσινών γάμων και επικείμενων κρητικών επισκέψεων, και ξέροντας ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα με πίστευε από το μεθύσι, θα μου έλεγε κάτι του τύπου τι λες ρε μαλάκα και θα έβαζε τα γέλια, οπότε θα του έφτιαχνα ένα καφέ και θα τον παρακαλούσα απλώς να χαμογελάει στο σόι μέχρι να συνέλθει.Ο καιρός, πάντως, ήταν χάρμα, μια λιακάδα άλλο πράμα, και τις δυο μέρες –να σκεφτείς όταν βαφόμουνα για το γάμο, έξι η ώρα τα απόγεμα, είχα βγει δέκα φορές στο μπαλκόνι σαν την τρελή με τον καθρέφτη, να τσεκάρω μήπως έδειχνα παραβαμμένη στο φως, τόσο πολύ. Σκέψου να παντρευόμουνα με τέτοια μαυρίλα και βρόχα σα χθες και σήμερα, άπαπαπαπα, τζάμπα θα πήγαινε το καημένο το φουστάνι μου, ήθελε ήλιο για να δείξει, άσε που, επαναλαμβάνω, η συννεφιά τέτοια εποχή με ρίχνει ψυχολογικά, ούτε να κουνήσω δε θέλω, βαριέμαι να βγάλω έξω ακόμη και τα σκουπίδια.Με πήρε λίγο και το παράπονο με την επέτειο, ομολογώ, γιατί θέλαμε να το γιορτάσουμε, αλλά το μωρό δούλευε νύχτα, οπότε δε γινότανε, κοιμήθηκα μόνη μου με την Τούφα, η οποία δε σκαμπάζει από επέτειο γιατί δεν είχε προλάβει καν να γεννηθεί τότε, εμείς φυσικά της εξηγήσαμε το εξ[...]



Ο Διάδοχος, το έκζεμα και η πασχαλινή πάπια

2012-08-25T11:23:18.161+03:00

allowfullscreen="" frameborder="0" height="390" src="http://www.youtube.com/embed/pKGYrOap5BE" title="YouTube video player" width="480">Θέλω να ξεράσω όποτε βλέπω τους στίχους που έχουνε κοτσάρει, με μεγάλα γράμματα, στο μετρό και στις στάσεις των λεωφορείων –ακριβώς εκεί που τον υπόλοιπο καιρό (και ξανά πάλι από αύριο) μοστράρουν μπισκότα, καπότες και ηλεκτρικές σκούπες. Να ξεράσω κυριολεκτικά όμως, με την έννοια, που να νομίζουν οι γύρω ότι προσβλήθηκα αίφνης από οξεία θανατηφόρα γαστρεντερίτιδα, και ν’ ανοίξουν γύρω μου κύκλο είκοσι μέτρων τουλάχιστον. Και μετά να τους μουτζώσω όλους και να φύγω. Εννοείται ότι δεν ξερνάω έτσι εύκολα, με τις εκάστοτε φρικαλεότητες του έξω κόσμου δηλαδή· και αλίμονο, σε κάθε περίπτωση, δε θα καταδεχόμουν ποτέ να ξεράσω πάνω στις γόβες μου· το πολύ-πολύ, άμα δω ποτέ πραγματικά τα σκούρα, να πάω παραδίπλα να πεθάνω αξιοπρεπώς, σε κάποια χαριτωμένη στάση, να γλιτώσω κι εγώ και οι γύρω μου από τα εγκεφαλικά μου βραχυκυκλώματα. Από την άλλη σκέφτομαι, θα μπορούσα να κόψω τις γόβες (να βάλω κάτι άλλο σε παπούτσι βρε αδερφέ, επιτρέποντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να ξεράσει χωρίς τύψεις ότι διέπραξε αισθητικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας), αλλά έλα που έχω το μωρό, που δε μου λέει ποτέ ευθέως βάλε δεκάποντες γόβες ή μη βάλεις τις μπότες σου, αλλά παίρνει μία τόσο ανεπανάληπτη έκφραση αγαλλίασης όποτε με βλέπει πάνω στις πρώτες, και επίσης μία τέτοια φάτσα συντριβής όποτε με βλέπει με τις δεύτερες (ή με ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι οι πρώτες), που δεν μου κάνει καρδιά· εξάλλου, απολύτως συνειδητά, η προτεραιότητά μου σε σχέση με ο,τιδήποτε άλλο την τελευταία δεκαετία και βάλε είναι το μωρό (ως το μόνο πράγμα που, βάσει θεωρητικής θεμελίωσης και εμπειρικής τεκμηρίωσης, αξίζει τον κόπο), οπότε άμα ποτέ (λέω, άμα) δείτε καμιά μαλακισμένη να περπατάει στην Ερμού, ή σε κανένα άλλο δρόμο με ανάλογο ανάγλυφο, με γόβα στιλέτο-ουρανοξύστη, μπορείτε βάσιμα να υποθέσετε ότι ήμουν εγώ. Τώρα θα λέτε, κατά πάσα πιθανότητα, ότι πάλι μου τη βάρεσε, αλλά παραδόξως είμαι μια χαρά. Περνάω λίγο φάση, πιθανόν –αλλά, με τα μικρά ψήγματα προσωπικής σο[...]



Schiele

2012-08-24T23:26:48.881+03:00

το ξέρω πως θα ζήσω έτσι στο εξής σ’ αυτούς Τους άσπρους τοίχους με τα χελιδόνια Να γκρεμίζονται στην κοιλιά μου τα τετράδιά μου Σκισμένα τα κίτρινα Μουγκρητά μου κλειδωμένα στο ντουλάπι ματαίως Περιμένοντας το χειροκρότημα με το αυτί μου Κολλημένο στα πλακάκια για τις αφικνούμενες αμαξοστοιχίες το έκζεμα θα με δικαιολογείς της προκαλεί, σαφώς, κάποιον εκνευρισμό οι γείτονες Θα με κοιτάζουν επιτιμητικά δεν θα γνωρίζω Καλοκαίρι ή χειμώνας μονάχα Θα ψάχνω τις παπαρούνες κάτω απ’ τα σεντόνια τους δεινοσαύρους Που άργησαν θα συλλαβίζω Τ’ όνομά σου σε ξένες γλώσσες μπερδεύοντάς το Μ’ άλλα ονόματα τοπωνύμια και νούμερα επταψήφια θα επινοώ Νέες γεωγραφίες μπουσουλώντας στην τελευταία μου Προσπάθεια να σ’ εντυπωσιάσω θα δεις θα είναι κάτι Σαν πρώτο ραντεβού σαν ακροβατικό ελέφαντα θα ισορροπήσω Τις απελπισίες μου θα ράψω Τις σάρκες μου που κρέμονται δε θα φωνάζω Τη νύχτα το έκζεμα, βέβαια θα υπερθεματίζει η μητέρα οι νοσοκόμες Θα μου χαϊδεύουν στοργικά τα μαλλιά δεν θα με νοιάζει θα ξαπλώνω Πάλι στο πάτωμα έρχεται θα σου λέω και θα ’χεις Ένα βλέμμα βάραθρο όπως oι αυτοπροσωπογραφίες του Schiele πολύ αργότερα Θα με θυμάσαι Δεκάξι χρονώ μ’ εκείνο το φτηνό φουστάνι να ποζάρω με τον ώμο έξω Γύρω μου Σαραβαλιασμένα μηχανάκια μπουκάλια μπύρας κι εκείνα Τα βαριά τσιγάρα που πνιγόμουνα και γελούσα ωραία Που θα είναι ν’ ακινητώ στους αιώνες σ’ αυτή τη στάση όταν κανείς Δεν θα γνωρίζει πλέον την τοποθεσία μου θα ξύνω Τοίχους από τα μέσα βυθισμένη Μέχρι τη μέση σε πράσινα βότσαλα με μια θλίψη ήμερη Βολική σαν πτυσσόμενη ομπρέλα δεν θα κλαίω Εκτός μονάχα όταν σε νιώθω να περνάς απ’ έξω μ’ εκείνες τις ψηλές μπότες που μ’ αρέσαν Κάποτε Ίσως επιχειρήσω να σου γράψω να σου ζητήσω Δηλαδή συγγνώμη που προέκυψα μια τέτοια αμήχανη διάψευση ενώ όλοι Δικαίως προέβλεπαν μια καθώς πρέπει τουλάχιστον συμβίωση μία οικογενειακή Συγκέντρωση ανά έτος ένα μωρό μια στήλη πιθανόν στην τοπική εφημερίδα το ξέρω Πως σε μπερδεύω πάλι έτσι που τα λέω ανάκατα είναι Που βιάζομαι να προλάβω πριν σε πάρει ο ύπνος και το τραίνο Σφυρίξει πάλι βιάζομαι Να σου πω τώρα που ακόμη το ξέρω Πως σ’ αγάπησα έστω Με τούτη την αγάπη χαρτοπόλεμο τους ασθματικούς ρόγχους τα βράγχια στα πλευρά μου και πως δεν είχα Άλλο τρόπο να υπάρξω Δεν κατάφερα Ν’ αλλάξω δέρμα σπλάχνα κόκαλα να μην είμαι Έτσι μια κούκλα στρεβλή πασαλειμμένη κραγιόνια φοβάμαι Ωστόσο πως δεν έχει νόημα κατ’ ουσίαν που ήδη Σου γνέφω μέσα από τη γυάλα απ’ έξω Ξανθά κορίτσια σου χαμογελούν με μαλλιά Σγουρά και μαλακά δάχτυλα κι είναι ώρα Να επιστρέψω επιτέλους στα τραίνα μου το βυθό Με τα κοχύλια την άδεια Μήτρα τελευταία στάση μου.



το υδρόβιο έντομο

2012-08-24T23:27:29.616+03:00

αδυνατώ να θυμηθώ Πώς τον έλεγαν βάσιμα ωστόσο Υποθέτω πως την δεδομένη στιγμή εγνώριζα όχι Πως είχαν βέβαια κάποια σημασία Τα ονόματα εννοώ αρκούσε Τη δεδομένη πάντοτε στιγμή η βεβιασμένη Γνώση των σωμάτων το δέρμα Που έτριζε σα γυαλί κάτω απ’ το δάχτυλο κουδούνιζε Μεριές θρυμματισμένο Στην κίνηση κι έτρεμα Μην τον σακατέψω άδικα ευτυχώς Εκείνος έδειχνε Να μη φοβάται Τα αιματηρά μου ενδεχόμενα τον τρόμο Που έπαιζε μπάλα στο στομάχι μου το παραμιλητό μου Σε γλώσσες που δεν κατείχα εκείνος Έδειχνε πράγματι ν’ απολαμβάνει τη συγκυρία Παράδοξα ευγενής Έβγαζε τα τσιγάρα από την τσέπη να μην τσαλακωθούν Τρεις μέρες συνέχεια μπορεί Και τέσσερις δεν θυμάμαι πλέον Μασούσε κάτι τσίχλες που μύριζαν κανέλα κι έκαιγαν Σαν λόγος που δεν ειπώθηκε πάνω στα χείλη θυμάμαι Το σούρσιμο των ρούχων σαν ζωντανά που παραμέριζαν τρομαγμένα σε πρόσταγμα το χέρι του Ν’ ανοίγει δρόμους στην κοιλιά μου την πόρπη Της ζώνης που χτυπούσε ρυθμικά Σαν πένθιμη καμπάνα πάνω στα δοκάρια το γκρίζο κτήριο με τις πράσινες πόρτες την υγρασία Να στάζει από παντού και χάρηκα θα πλημμυρήσουν Τα κόκαλά μου Ανήμερα τ’ Άη-Γιάννη να προσπαθώ Να πνιγώ και να μη μου βγαίνει θα έπρεπε Να ’μαι τουλάχιστον ευγνώμων που κάποιος σκέφτηκε να με παρηγορήσει Χειρουργικά δίχως Περιστροφές μ’ εκείνο Το λειψό χαμόγελο των αγοριών που μεγαλώνουν Από λάθος σαφέστατα Τα γνώριζα ήδη όλα την επικείμενη Δεκαετία σαν να την είχα Εκ των προτέρων σεργιανίσει μέσα-έξω τρεις φορές και γνώριζα Δεν θα μεγάλωνα άλλο θα φορούσα Το ίδιο νούμερο εσαεί θα επιβίωνα Της υγρασίας σκαλωμένη στο σακάκι σου ένα υδρόβιο Έντομο που άλλαξε ακούσια Περιβάλλον θα σε θυμόμουν Με λεπτομέρειες τρομακτικές με αναμνήσεις που δεν θα έπρεπε Να μου ανήκουν τριώ Χρονώ επτά εννέα κι ας ήσουν Δώδεκα νομίζω που σε είδα εσύ Δεν μ’ είχες δει και σίγουρα Δεν θα με πίστευες αν σου ’λεγα Τότε εννοώ Πως είχε ήδη γίνει Πως σε γνώριζα πως θα σου χώριζα στο μέλλον Τα σπλάχνα στα δύο θα προσπαθούσαμε Μισή ζωή να το χαρακτηρίσουμε ως ατύχημα να πούμε Πως κατά βάθος δεν συνέβη Πως μας φάνηκε κι άλλα πολλά Μπορούσα να σου πω αλλά δεν μίλησα σε κοίταζα Μόνο μέσα απ’ το τζάμι και δεν έμπαινα Στον κόπο καν να λυπηθώ δεν θα ’χε Νόημα εξάλλου και τώρα Να μ’ απειλεί αυτή η παράλογη υγρασία να μη στέργει Τουλάχιστον να μ’ εξοντώσει να πρέπει να μαζέψω Μες στην παλάμη μου την προκαταβολή Του χρόνου αυτή που δεν την ήθελα και τι ειρωνεία Να μου μπερδεύουν όλοι την ηλικία μου Πριν και μετά να με κρεμούν Σαν ρούχο στο ενδιάμεσο ούτε Παιδί ούτε γυναίκα υδρόβιο έντομο σ’ ένα κατάστεγνο κουτί τα υπόλοιπα όλα Ήταν απλώς φιλοφρονήσεις αστεία της στιγμής να κοιμηθώ Τα βράδια δίχως φασαρίες όταν έβρεχε κι εγώ Θυμόμουν αίφνης κι έλεγα Θα φύγω μα οι άλλοι ήξεραν Συμβιβαζόμουν εύκολα και σώπαινα αρκεί Να μου ’λεγες δεν πειράζει ή κάτι τέτοιο Εν τέλει Αναδιπλώθηκα ήσυχα μες στο κουτί μου κι αν ψάξετε Στις φωτογραφίες σας θα δείτε λείπω Αφήνοντας μια βολική παύλα στη θέση μου ένα σκιτσάκι Μονοκοντυλιά κι αυτό Για λίγο μόνο σταδιακά Τα χρώματα θα θρέψουν γύρω από την απουσία μου θα κλείσουν Όπως κλείνει Τρύπα στη σάρκα δίχως ασημένιο κρίκο μέχρι τότε Θα συνεχίσετε να μ’ εφευρίσκετε για λόγους Πρωτίστως πρακτικούς με το μπλε μου φόρεμα το λάπτοπ τις κατσαρόλες μου τα σημάδια στα μπράτσα ή κάποτε Στη σάλα με τη μαμά προσεκτικά Να ισιώνω τις κορνίζες στον τοίχο.



φωτογραφία

2012-08-24T23:29:20.503+03:00

ουδέποτε κατάλαβα πώς συνέβαινε Πάντα στην πλέον κρίσιμη στιγμή Το τακούνι μου να σφηνώνεται στη σχάρα του υπονόμου άλλοτε σ’ ένα μικρό ράγισμα στις πλάκες του πεζοδρομίου και ν’ αποσπάται Βίαια από το πέλμα το παπούτσι Αιφνίδια παραπατώντας να επιστρέφω στις ελάχιστες διαστάσεις μου περισσότερο πλέον Να μη σε φθάνω ή ακόμη χειρότερα ν’ ακινητοποιούμαι Δέσμια του εδάφους να σε βλέπω Ν’ απομακρύνεσαι με τρόμο υποπτευόμενη πως χαμογελούσες Ειρωνικά ή το πολύ με συγκατάβαση στην πολλοστή αποτυχία μου Εννοείται Πως αραδιάζω τώρα ψέματα Ερμηνείες δικές μου αυθαίρετες επί των καταστροφικών εκείνων γεγονότων Δεν είχα ακόμη φορέσει τακούνια τότε ούτε καν κραγιόν εξόν Μια φορά που έβαψα τα χείλη μου για σένα γνωρίζοντας με βεβαιότητα πως δεν θα ’σαι εκεί Η Μαρία μόνο το πρόσεξε και ασφαλώς Κατάλαβε ήθελε να με φωτογραφήσει να σου ταχυδρομήσει Τη φωτογραφία με το κραγιόν που ήταν για σένα που θα έλειπες και δεν την άφησα Φοβήθηκα την ασαφή αιωνιότητα μιας πόζας ανυπεράσπιστης Παντελώς στα χέρια σου στην άλλη άκρη της χώρας με το κραγιόν στο ακίνητο χαμόγελο Ήλπιζα βέβαια οδυνηρά να σου το πει να περιγράψει την απόχρωση του κόκκινου το σάπιο αίμα στα φίλτρα των τσιγάρων μου αφού Το υποπτευόμουν βάσιμα από τότε δεν θα το έβλεπες ποτέ από κοντά και τα σημάδια θα ’ταν μόνο Μονάχα Στα φίλτρα των τσιγάρων μου Δεν ξέρω δεν έμαθα αν τελικά σου είπε κάποτε Οι νύχτες μου βέβαια προδιαγράφονταν ήδη τρομερές το ίδιο βράδυ Δαγκωνόμουν μ’ ένα αγόρι με ωραία πόδια και δερμάτινο μπουφάν με προέτρεπε να χύσω με τη στιγμιαία Τρυφερή έγνοια του αγνώστου που απλώνει το χέρι να σηκώσει κάποιον που στραβοπάτησε στο δρόμο αγνοώντας φυσικά το κάταγμα Εγώ Με πλήρη αχαριστία να του ανοίγω πληγές στην πλάτη Τον αγαπάς μου είπε αργότερα η Μαρία κι είχε φρίκη έκπληκτη η φωνή της λες κι ανακάλυπτε Μοιραίο μαθηματικό λάθος ντράπηκα βαθιά Σαν να μου καταλόγιζαν έγκλημα δίχως ποινή κι ακόμη δεν την είχα ρωτήσει αν σου ’χε πει για το κραγιόν και τη φωτογραφία Που δεν την ά[...]



imperfections

2010-10-17T15:06:38.689+03:00

Εντάξει, είμαι τελειομανής. Από τη φύση μου, τι να πω –μάλλον το έχει το ζώδιο. Είμαι ακριβώς αυτή η μαλακισμένη κατηγορία ανθρώπου που μπορεί ας πούμε να κάνει ένα καταπληκτικό τραπέζι με είκοσι τέλεια φαγητά, να φάνε όλοι μέχρι σκασμού και να λένε γεια στα χέρια σου, κι επειδή έκαψε και τρία από τα εκατό κεφτεδάκια, αν τον ρωτήσεις πώς πήγε το τραπέζι αυτό μόνο θα σου πει, «χάλια, έκαψα τα κεφτεδάκια». Κι όχι μόνο θα το πει, αλλά θα το σκέφτεται και δέκα μέρες μετά –ότι απέτυχε, ρεζιλεύτηκε και ξεφτιλίστηκε ως οικοδεσπότης, κι έδωσε δικαίωμα να πούνε ότι δεν μπορεί να τηγανίσει ένα κεφτέ. Γελάτε; Τραστ μι, δεν έχει καθόλου πλάκα. Το σύνδρομο καμένο κεφτεδάκι (όπως το ονομάζω βάσει της αυτοσχέδιας κωδικοποίησης των διαφόρων νευρώσεών μου, άκρως απαραίτητης για να βγάζω μια στοιχειώδη έστω ψυχαναλυτική άκρη στις νηφάλιες στιγμές μου) είναι, όπως και να το κάνουμε, κομματάκι βάρβαρο. Εξαντλητικό, εξοντωτικό, ανθρωποβόρο, πώς το λένε; Και –το χειρότερο– εξόχως σπαστικό για τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Οι οποίοι πρέπει να σε υπομείνουν όσο γκρινιάζεις αυτομαστιγωνόμενη ή, ακόμα κι αν καταφέρεις να το βουλώσεις, να τρώνε στη μάπα το άκρως μελοδραραματικό αφήστε-με-τώρα-είμαι-μια-αποτυχία-και-μου-αξίζει-να-υποφέρω ύφος σου, για όση ώρα πάρει μέχρι να σου περάσει (και συνήθως παίρνει πολλή). Εννοείται, δε, ότι κατά καιρούς αυτομαστιγώνεσαι και για το ίδιο το γεγονός της περιοδικής αυτομαστίγωσής σου (διότι συνειδητοποιείς φυσικά πόσο νοσηρή και ενοχλητική είναι ενίοτε η στάση σου προς τη ζωή, και νιώθεις ένα περιφερόμενο ελάττωμα και γι’ αυτό). Αν, τώρα, με φαντάζεστε σαν κανένα κακόμοιρο πλάσμα τίγκα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια, πέσατε έξω. Όσοι ομοιοπαθείς αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στην ανωτέρω περιγραφή, θα ξέρετε πολύ καλά ότι, όση ώρα δεν αυτομαστιγωνόμαστε, οι κύριοι και κυρίες γουόνα-μπι-Πέρφεκτ σφύζουμε από αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση (μιλάμε για καλάμι τρία μέτρα τουλάχιστον). Είμαστε θεοί. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ο [...]



Σούπερ ζωδιακό αφιέρωμα: άνδρες καρκίνοι (και πώς να σας παλέψουν οι άλλοι)

2010-07-30T23:25:58.873+03:00

Ο Νάρκισσος, ορμώμενος από το φανταστρουμφικό ποστ της Μ, και διαπιστώνοντας για άλλη μια φορά την τρομακτική του πλέον ικανότητα να αναγνωρίζει από χιλιόμετρα το συγκεκριμένο είδος, αποδεχόμενος δε τη βαρύτατη ηθική του υποχρέωση να μοιραστεί με την ανθρωπότητα τη βαθιά του γνώση περί του θέματος, παραθέτει το ακόλουθο βαθυστόχαστο πόνημα. Πώς σας αναγνωρίζουμε:Όχι, δεν χρειάζεται να μας πείτε την ημερομηνία γέννησής σας. Είναι αυτή η αλλόκοτη αύρα που σας περιβάλλει, αυτό το μοναδικό κράμα ευαισθησίας, μίρλας, γκρίνιας και παράνοιας, που κάνει τους μυημένους να σας αναγνωρίζουν διαισθητικά προτού καλά-καλά ανοίξετε το στοματάκι σας. Είστε στάνταρ, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, καλλιτεχνική και κουλτουριάρικη φύση. Διαβάζετε πολύ (συνήθως παρανοϊκά πράγματα), βλέπετε ταινίες (πάντα παρανοϊκές), ακούτε περίεργες μουσικές. Ανατρέπετε όλους τους νόμους της ψυχοσύνθεσης των δύο φύλων, που θέλουν τους άντρες simple-minded και τις γυναίκες άπατα πηγάδια υπαρξιακών προβληματισμών. Είστε ολόκληροι ένας μεγάλος υπαρξιακός προβληματισμός, μια διαρκής αγωνία, μια υποβόσκουσα κατάθλιψη. Διασκεδάζετε με έναν εντελώς δικό σας τρόπο, που όσοι δεν σας γνωρίζουν καλά αδυνατούν συνήθως να αναγνωρίσουν ως διασκέδαση (λίγοι θα υποπτευθούν, λόγου χάρη, ότι στον καναπέ του κλαμπ όπου έχετε καταρρεύσει αμίλητοι, και ακινητείτε επί ώρες ατενίζοντας το κενό, περνάτε πραγματικά μια χαρούλα• αν και δεν αποκλείεται να πεταχτείτε και σαν ξεβιδωμένα πάνω και να χορέψετε μέχρι πρωίας, βγάζοντας κατά διαστήματα περίεργες κραυγές). Η ζωή είναι άδικη μαζί σας, σκληρή, άπονη και κακούργα. Είστε μόνοι, κανείς δεν σας καταλαβαίνει (εξαιρούνται οι φίλοι-σύντροφοι που περιγράφονται παρακάτω και οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ανάλογα συμπτώματα παράνοιας, αλλιώς θα έτρεχαν μακριά σας να σωθούν). Οι προθέσεις σας διαρκώς παρεξηγούνται, αφού σπανίως μπαίνετε στον κόπο να εκπέμψετε κοινώς κατανοητά σήματα, αλλά πιστεύετε ακράδαντα ότι οι άλλοι πρέπει να μ[...]



μελαγχολία ταχύτητας

2010-06-28T19:44:06.772+03:00

Μαζί με τα υπόλοιπα συμπράγκαλα του σπιτιού, αγόρασα και χύτρα ταχύτητας. Η αγορά της χύτρας, ασφαλώς, ήταν αποτέλεσμα του αιώνιου βίτσιου μου να τρέχω με χίλια: τι, δηλαδή, να περάσω τη ζωή μου δέσμια των παραδοσιακών χρόνων μαγειρέματος; Να γυρνάω από τη δουλειά και να θέλω δυο ώρες να μαγειρέψω –σκέψου, στο μέλλον, και μ’ ένα κουτσούβελο στα πόδια μου; Συνέβαλαν, εννοείται, και οι παραινέσεις μαμάδων-θειάδων και λοιπών θηλυκών συγγενών, βετεράνων της κουζίνας, που με διαβεβαίωσαν περί της πρακτικότητας του πράγματος: κρέας σε ένα εικοσάλεπτο, όσπρια σε μισή ώρα, λαχανικά στον ατμό σε ελάχιστα λεπτά, και φαγητό λιώμα, πεντανόστιμο, που στην απλή κατσαρόλα δύσκολα σου βγαίνει –το συζητάς; Χύτρα και πάλι χύτρα, τελευταίο μοντέλο, ντιζαϊνάτο, με σούπερ προδιαγραφές ασφαλείας· να τη χειρίζεται, σου λέει, και μικρό παιδί. Ότι εγώ, τώρα, προδιαγραφές ξε-προδιαγραφές, βλέπω τη χύτρα σα μίνι βόμβα υδρογόνου, είναι μια άλλη υπόθεση. Είμαι που είμαι ατσούμπαλη κι αιωνίως αφηρημένη, τη φαντάζομαι να σκάει (εξαιτίας κάποιας εκπληκτικής βλακείας μου, ικανής να κατατροπώσει και την τελευταία λέξη γερμανικής τεχνολογίας), εκτινάσσοντας το κεφάλι μου, παρέα με κάμποσα ντουλάπια της κουζίνας, στην ταράτσα της πενταόροφης πολυκατοικίας μας. Το μωρό γελάει, φυσικά, με τα αιματοβαμμένα μου σενάρια –κι εγώ γελάω με την πάρτη μου, που μονίμως φαντάζομαι φρικτά ατυχήματα, και φυσικά δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να καταπιεί μια τέτοια χαζή φοβία, δεν το δέχομαι δηλαδή, άνθρωπος με δυο πτυχία και να με κάνει ό,τι γουστάρει μια χαζο-χύτρα, δεν θα ’μαστε καλά. Κι αν η μάνα μου, στην τελική, που φοβάται και τον ίσκιο της και καταπίνει κι ένα κάρο φάρμακα, μαγείρευε μια ζωή με χύτρα, εγώ, που μπροστά της είμαι τουλάχιστον πολεμιστής σαμουράι, θα παραδεχτώ ότι κωλώνω; Την έβαλα μπροστά μια-δυο φορές, με το μωρό στο σπίτι πάντα –όχι για να μου κάνει τίποτα δηλαδή, έτσι, για ψυχολογική υποστήριξη. Το μωρό, εξάλλου, λειτουργ[...]



6 + 1 πράγματα να θυμάσαι από ένα γάμο

2010-05-20T13:11:55.174+03:00

Επειδή αρκετά σας τα έπρηξα με τη γκρίνια περί θρησκευμάτων, αδειών και λοιπών γραφειοκρατικών αηδιών, ορίστε η συγκλονιστική ανάρτηση που όλοι με αγωνία περιμένατε. Ελπίζω το παρόν αριστούργημα να αναπληρώσει, όσο γίνεται βέβαια, το τραγικό και δυσβάστακτο κενό όσων δεν μπόρεσαν δυστυχώς να παραβρεθούν στο κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός. Τρομοκρατήστε το φωτογράφο: Λοιπόν σας το ορκίζομαι, παρ’ όλα όσα είχα πει σε προηγούμενη ανάρτηση, ήμουν πραγματικά πάρα πολύ καλή μαζί του. Του μίλησα τουλάχιστον δύο φορές καθ’ όλη τη διάρκεια της φωτογράφησης, τον κέρασα ουίσκυ, μέχρι τον καημένο τον κουμπάρο μου έστειλα να τρέχει να πάρει σοκολατάκια γιατί διαπίστωσα τελευταία στιγμή ότι δεν είχα ένα γλυκό να κεράσω. Αυτός τώρα για ποιο λόγο ακριβώς φρίκαρε, και είχε την περισσότερη ώρα ένα βλέμμα σαν να περίμενε να εκραγεί καμιά βόμβα μέσα στο σπίτι, καμία ιδέα δεν έχω. Υποπτεύομαι, ωστόσο, ότι του προκάλεσαν ίσως κάποια νευρικότητα τα υπέροχα μαύρα σεντόνια που είχα στρώσει στην κρεβατοκάμαρά μας, ασορτί εννοείται με τις σούπερ υπέροχες μαύρες κουρτίνες μας. Τι να πω πια, μπορεί και να τον πείραξε ο Marilyn που έπαιζε στο τέρμα. Θα έλεγα ότι μπορεί να τον αποσυντόνισαν και τα μπούτια της αδερφής μου, που σκότωνε με κάτι μαύρα διχτυωτά που φόραγε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι, αν παίχτηκε κάτι σε τέτοιου τύπου αποσυντονισμό, μάλλον είχε άλλα γούστα και ήταν το μωρό που τον αποσυντόνισε, διότι εν τέλει τράβηξε με το ζόρι δεκαπέντε σόλο φωτογραφίες εμένα, που ήμουν νύφη (ευτυχώς έβγαλε μερικές πολύ ωραίες, αλλιώς θα τον είχα κρεμάσει με συνοπτικές διαδικασίες), ενώ το μωρό καμιά πενηνταριά τουλάχιστον, με εβδομήντα διαφορετικά ζουμ στη γραβάτα, στο χέρι, στο πόδι, στο μάτι, στο στόμα και δεν ξέρω κι εγώ πού αλλού (αφήστε, δε, που μου είπε όταν πήγα να πάρω τις φωτογραφίες ότι σκοπεύει να μας βάλει στη βιτρίνα, σε μια ωραία σύνθεση λέει, με μία δικιά μου φωτογραφία και δύο του μωρού). Σε κάθε περίπτωση,[...]



Μπανανιστάν, αγάπη μου: πολιτικός γάμος και θρήσκευμα (και τα μυαλά στα κάγκελα)

2013-09-08T12:42:40.719+03:00

Είναι η μέρα του γάμου σου. Η ώρα είναι 9.40. Έχεις ξυπνήσει προ ολίγου, πίνεις καφέ, και ετοιμάζεσαι να μπεις για μπάνιο άρον-άρον, διότι από τις 11 και μετά ξεκινάει το δράμα μανικιουρίστα-κομμώτρια και δεν συμμαζεύεται. Αίφνης, χτυπά το τηλέφωνο. Και όχι, δεν είναι κάποιο προσφιλές πρόσωπο που ξύπνησε με το νταλκά να σου ευχηθεί πρωινιάτικα η ώρα η καλή. Τουναντίον, είναι η υπάλληλος του Δήμου στην οποία έκανες τα χαρτιά για το γάμο, η οποία σε πληροφορεί παγερότατα (και χωρίς καμία διάθεση για ευχές οποιουδήποτε είδους) ότι έχεις ξεχάσει να συμπληρώσεις το πεδίο θρήσκευμα στις αιτήσεις.Εσύ, φυσικά, δεν ταράζεσαι, και της εξηγείς απλώς ευγενικά ότι προφανώς δεν το ξέχασες, αλλά το άφησες σκοπίμως κενό διότι δεν επιθυμείς να το συμπληρώσεις. Η κυριούλα επιμένει, όμως, ότι δεν μπορεί να μείνει, λέει, κενό το επίμαχο πεδίο, γιατί δεν θα μπορεί να συμπληρώσει μετά το βιβλίο των γάμων με όλα τα στοιχεία.Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και της ξαναλές, ηρεμότατα πάντα, ότι δεν επιθυμείς να δηλώσεις κάποιο θρήσκευμα, και μπορούν κάλλιστα να βάλουν μια όμορφη παύλα στο κουτάκι να ησυχάσουν κι αυτοί κι εσύ. Η κυρία το χαβά της, ότι πρέπει να συμπληρωθεί θρήσκευμα, αλλιώς, λέει, δεν θα είναι συμπληρωμένη η αίτηση και –προσέξτε, εδώ αρχίζει η πλάκα– δεν θα σε παντρέψουν το απόγευμα αν δεν λυθεί το συγκεκριμένο θέμα μέχρι τότε.Στο άκουσμα της συγκεκριμένης απειλής (διότι εμφανέστατα ως απειλή διατυπώνεται) σε πιάνει ένα σφίξιμο στο κρανίο, από αυτά που σαφέστατα προοιωνίζονται εγκεφαλικό επεισόδιο. Παίρνεις δύο βαθιές ανάσες, σε στυλ ασκήσεων ανώδυνου τοκετού, και προσπαθείς να της εξηγήσεις για μια ακόμη φορά, πάρα πολύ ήρεμα και ευγενικά πάντα, ότι είναι τουλάχιστον παράλογο να σου λέει ότι δεν θα σε παντρέψουν πολιτικές αρχές του κράτους επειδή δεν δηλώνεις θρήσκευμα, και ότι σε κάθε περίπτωση εάν επιθυμούσες εξαρχής να ανακατέψεις το θέμα θρησκεία στο γάμο σου θα πήγαινες να σε παντρέψει ο π[...]



The final countdown: η σαμπανιζέ κιλότα και το κουκλόσπιτο

2010-04-13T15:05:05.948+03:00

Λατρεμένοι αναγνώστες της λίμνης, νομίζω ότι τελείωσα. Κανόνισα το δημαρχείο, το μαγαζί, τα λουλούδια, την τούρτα, τις μπομπονιέρες. Έκλεισα οικειοθελώς ραντεβού με την κομμώτρια και βιαίως με τη μανικιουρίστα –διότι η sis πάτησε πόδι ότι δεν γίνεται να πάω νύφη χωρίς επαγγελματικό μανικιούρ, οπότε μέσα σ’ όλα τ’ άλλα θα μου συμβεί και αυτό, και μ’ έχει πιάσει μία φρίκη όπως πιάνει μερικούς με τον οδοντίατρο, σε οδοντίατρο βεβαίως έχω ξαναπάει αλλά σε μανικιουρίστα ποτέ, οπότε καταλαβαίνετε ότι κινδυνεύω από καμιά μίνι κρισούλα υστερίας αλλά τέλος πάντων. Αγόρασα στο μωρό cavalli σώβρακο (όχι επειδή ήταν cavalli, εννοείται, αλλά επειδή μου γυάλισε το σχέδιο), το οποίο το πλήρωσα όσο δύο φουστάνια από αυτά που αγοράζω συνήθως, αλλά φυσικά χαλάλι του. Τελευταία στιγμή μου έσκασε η έκλαμψη ότι μάλλον θα έπρεπε να πάρω κι εγώ ένα εσώρουχο για την περίσταση, γιατί υποθέτω πως θα ήταν υπερβολικά σουρεάλ να βάλω μαύρα μέσα από το νυφικό, και άλλο χρώμα κιλότες δεν διαθέτω, οπότε πήρα άρον-άρον τους δρόμους να γυρεύω, λέει, σαμπανιζέ κιλότα για το γάμο, βρίζοντας εννοείται την τύχη μου και τον καριόλη που εφηύρε το χρώμα σαμπανιζέ, ευτυχώς έχουμε ένα εσωρουχάδικο ακριβώς απέναντι και πήρα την πρώτη σαμπανιζέ μαλακία με δαντελίτσες που βρήκα στο νούμερο μου και ησύχασα. Η σαμπανιζέ μαλακία, φυσικά, θα καταλήξει στα αζήτητα μετά το γάμο διότι έχει μια καταστροφική επίδραση στη λίμπιντό μου, τουλάχιστον θα μας μείνει το σούπερ σέξι cavalli σώβρακο οπότε παρηγοριέμαι κάπως. Τι άλλο; Α, ναι. Πήρα καινούρια καλλυντικά. Βασικά εγώ μια καινούρια μάσκαρα ήθελα να πάρω μόνο, αλλά επενέβη πάλι η sis η οποία είπε ότι πρέπει να πάρω και καινούριες σκιές, σούπερ ασορτί πάντα με το σαμπανιζέ νυφικό, οπότε αναγκάστηκα να πάω για δεύτερη φορά στο κατάστημα, και να λύσω εκ νέου την έντρομη απορία των πωλητριών αν σκοπεύω να κάνω μόνη μου το νυφικό μου μακιγιάζ, η οποία διατυπωνόταν κάπως σαν να [...]