Subscribe: agrampelli
http://agrampelli.blogspot.com/feeds/posts/default?alt=rss
Added By: Feedage Forager Feedage Grade B rated
Language: Greek
Tags:
Rate this Feed
Rate this feedRate this feedRate this feedRate this feedRate this feed
Rate this feed 1 starRate this feed 2 starRate this feed 3 starRate this feed 4 starRate this feed 5 star

Comments (0)

Feed Details and Statistics Feed Statistics
Preview: agrampelli

agrampelli





Last Build Date: Thu, 12 Apr 2018 10:44:21 +0000

 



μια μαργαρίτα

Thu, 12 Apr 2018 10:44:00 +0000

 «Στο στήθος μου φύτρωσαν κοπάδια μαργαρίτες  αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ».  Μίλτος Σαχτούρης Και φέτος μια μαργαρίτα φύτρωσε στην άνοιξη. Τινάχτηκε στον μίσχο της με χάρη θέλοντας να ψηλώσει ως τον ήλιο, ύστερα στάθηκε και κοίταξε με περιέργεια γύρω της. Τα λευκά  πέταλα  αργά και ηδονικά τεντώθηκαν γύρω από την κίτρινη καρδιά της. Ανατρίχιασε  στον πρωινό αέρα και οι  τριχούλες  της τεντώσανε την λεπτή τους ύπαρξη  για να ρουφήξουν λαίμαργα την πρωινή δροσιά. Κοιτάχτηκε  κατάπληκτη στον καθρέφτη μιας δροσοσταλίδας και σαν τον νάρκισσο μαγεύτηκε από την  ίδια της την εικόνα. -Ποια είμαι; αναρωτήθηκε.  Ξέρω, σε μια άλλη ζωή έχω γιατρέψει πληγές στα χορταριασμένα πεδία των μαχών, έχω χορτάσει πεινασμένα στόματα  σε δύσκολα χρόνια, με έχουν αφιερώσει σε αρχαίες γυναικείες θεότητες. Αλλά ποια στ αλήθεια είμαι;Σήμερα  μικρά κορίτσια με χαϊδεύουν. Περνάνε το χέρι τους πάνω μου, γελάνε με γάργαρο γέλιο  και κόκκινα μάγουλα.  Πιο κει παραμονεύουν αγόρια αμούστακα, δεν ξέρουν  τι από  όλα όσα πλημμυρίζουν το σώμα τους να νοιώσουν. Κοριτσίστικο χέρι με ξεριζώνει τρυφερά, μαδάει ένα-ένα τα άσπρα μου πέταλα, μάτια όλο προσμονή  τραγουδάνε «μ αγαπάει, δεν μ αγαπάει;», περιμένω και εγώ, έχω αγωνία «μ αγαπάει!» πλατύ χαμόγελο σε δυό ολοστρόγγυλα χείλη, άδολο φιλί στην κίτρινη καρδιά μου.  Και έπειτα ξεχνιέμαι σαν να μην υπήρξα,  σβήνω στο χώμα ευτυχισμένη,  άγγιξα στιγμή ιδιαίτερη  στην  αγωνία της αγάπης..[...]



(πάντα το χρώμα μου ήταν το μαύρο.)

Mon, 19 Mar 2018 10:10:00 +0000

Αυτόν τον χειμώνα  χρώμα μου υπήρξε το  μαύρο. Άνοιγα την ντουλάπα μου και διάλεγα αυθόρμητα κάτι μαύρο, μπλούζα, φούστα, καλτσόν. Παπούτσια όμως (σχεδόν πάντα) κόκκινα. Μάταια η φωνή της μάνας μου φώναζε μέσα στο κεφάλι μου «μη φοράτε μαύρα-τα έχω σιχαθεί-γρουσούζικα είναι-πένθος μου θυμίζουνε». Αλλά εγώ ένοιωθα πολύ καλά και ταιριαστά με το χρώμα που διάλεξα να μου κάνει παρέα αυτόν τον σκληρό χειμώνα. Και λυπάμαι μαμά που δεν το ξέρεις αλλά πάντα το χρώμα μου ήταν το μαύρο. Σήμερα είναι άνοιξη. Το γεμάτο γκρίζα και ξερά κλαδιά βουνό, το στολίζει ένα ρόδινο θαύμα, τα άνθη της αμυγδαλιάς. Με νοιώθω να έχω κάνει ειρήνη με τις πληγές μου και να λαχταρώ την θάλασσα.  Η ανάσα μου  έχει την γεύση της και την ονειρεύομαι ξύπνια. Το εξομολογήθηκα στον Σ.  προχθές και γέλασε δυνατά και με κατανόηση.One of these days, θα πάρω το αυτοκίνητό μου και θα οδηγήσω με την εικόνα της μπροστά μου, θα φεύγω, θα φεύγω και θα σταματήσω μόνο όταν την ακούσω να μου μιλάει. Τότε μόνο θα κατέβω και θα περπατήσω δίπλα της. Θα μιλάμε ψιθυριστά και θα κουβεντιάζουμε για όλα όσα μας συνέβησαν  αυτόν τον μακρύ χειμώνα. Θα είναι σαν να μην χωρίσαμε ποτέ, σαν μόλις  χθες να κολυμπούσαμε μαζί στα γαλάζια της χρώματα. Σε μια μυστική γλώσσα θα συνεννοηθούμε και αφού της υποσχεθώ πως  αυτό το καλοκαίρι θα βουτήξω το κεφάλι μου- για πρώτη φορά μέσα στο νερό- εκείνη που ξέρει πόσο πολύ το φοβάμαι αυτό, θα γελάσει δυνατά και θα αφήσει έναν άσπρο αφρό να την στολίσει.Μετά θα με κοιτάξει λίγο δύσπιστα  και στην συνέχεια θα μου εξομολογηθεί πως το διαισθανότανε καιρό αυτό.Και κάπως  έτσι, που  το μυαλό μου κάνει άναρχες βόλτες  και πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, σκέφτομαι πως οι αλλαγές καθόλου δεν μας λογαριάζουνε, γιατί έρχονται όποτε τους καπνίσει και μας αναγκάζουν να επαναπροσδιοριστούμε και να κάνουμε μια νέα εκκίνηση, προσαρμοσμένη σε καινούργιες σταθερές που μας τις χώνουν αποφασιστικά κάτω από τα μούτρα. Γιατί, τι άλλο είναι ο συντηρητισμός, παρά  η αδυναμία μας  να δεχτούμε πως η ζωή αλλάζει αμετάκλητα χωρίς να λογαριάζει τα δικά μας κολλήματα σε ξεπερασμένες πρακτικές και παρελθοντικά μοντέλαΚαι πως τελικά αυτό μπορεί να αποδειχτεί και σχετικά γαλήνιο, λίγο γοητευτικό και  λίγο απαραίτητο, για να αποκτ[...]



Οι ιώσεις του Μαρτίου

Tue, 06 Mar 2018 10:04:00 +0000




Οι ιώσεις του Μαρτίου φαίνεται πως μ αγαπάνε πολύ. Κρεβατωμένη χαζεύω στο σαν σήμερα του φέιζμπουκ πως και πέρισυ με βασάνιζε μια άλλη ίωση / το 2017 όμως ήτανε μια πιο σπλαχνική χρόνια, είχα «δώρα» καταπληκτικά και μάλλον την ευχαριστιόμουνα την ανάρρωση εκείνη.

Φέτος έχω μια νοσταλγία δηλητηριώδη να μου κάνει παρέα και μια σειρά στο Netflix συναρπαστική, γοητευτική και άκρως εθιστική / #Peaky_Blinders και Κίλιαν Μέρφυ οι αγάπες μου.

έχω

και τους πυλώνες της ζωής μου με το κωδικό όνομα φιλία/ που όταν όλα γίνονται σκόνη αυτοί καταφέρνουν να τα ξεσκονίσουν με παρηγορητικές φωνές στα ακουστικά, γέλια και κλάματα στης κουζίνας το τραπεζομάντηλο.

Χρειάζομαι επειγόντως μια άνοιξη, γερή δόση όμως:

να την αναπνεύσω με βαθιές ανάσες / άρωμα ανθισμένης αμυγδαλιάς

να την μασήσω /πράσινο χρώμα γεμάτο μαργαρίτες με κίτρινη καρδιά/ σαν κατσικάκι (πριν το Πάσχα )

να την κάνω σφιχτή αγκαλιά/ σαν εκείνες, ξέρεις εσύ ποιες..




Το δέντρο της καρδιάς μου

Tue, 30 Jan 2018 20:19:00 +0000

Στον δρόμο για το χωριό μου και μέσα σε ένα διπλανό χωράφι υπάρχει το δέντρο που αγαπώ. Λέω υπάρχει αν και δεν υπάρχει πια, αλλά για μένα θα υπάρχει για πάντα σαν έρωτας βαθύς και σαν πληγή ανίατη. Ανακάλυψα πρόσφατα και με μεγάλη μου λύπη πως το δέντρο αφαιρέθηκε (τί λέξη, αφαιρέθηκε, φοβάμαι να πω ξεριζώθηκε ή κόπηκε άσπλαχνα) και αφαιρέθηκε λοιπόν γιατί απλά από το σημείο εκείνο περνάει ο αγωγός φυσικού αερίου. Είναι το δέντρο της φωτογραφίας που βλέπετε. Το έχω φωτογραφίσει σε όλες τις εποχές. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και πέρισυ, μέσα στον βαρύ χιονιά, το φωτογράφησα και χειμώνα. Είχα δημιουργήσει μία σχέση μαζί του νομίζω, τί νομίζω δηλαδή, σίγουρη είμαι πως με γνώριζε και κάθε που με έβλεπε πόζαρε για να φωτογραφηθεί και σαν να κουνούσε ελαφρά τα φύλλα του. Εμένα μου έμοιαζε τότε πως χαμογελούσε με ένα απαλό αριστοκρατικό μειδίαμα, κάτι σαν το χαμόγελο της Τζοκόντα και  κάπως σαν να μου έλεγε "εγώ, δεν είμαι μόνο για σένα εδώ, μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα και φανταστείς πως σ αγαπώ, εγώ ανήκω σε όλους, όποιοι με προσέξουν, το ίδιο χαμόγελο θα δουν".Αλλά εγώ συνέχιζα να το καμαρώνω σε κάθε μου ταξίδι και είχα μία σιγουριά και μια βεβαιότητα χωρίς λογική, πως θα είναι για πάντα εκεί. Όπως και για κάθε τι θαυμάσιο που συμβαίνει στις ζωές μας. Το θεωρούμε οι ανόητοι θνητοί με την αθάνατη ψυχή μας, αυτονόητο. Το κακό δεν ξέρω πότε συνέβη, όταν όμως το ανακάλυψα ένοιωσα  να με χτύπησε κεραυνός. Το πρώτο σοκ διαδέχτηκε μια βαθειά λύπη "δεν θα ξαναδώ το δέντρο μου ποτέ" , το φαντάστηκα να θροΐζει τα φύλλα του ανήσυχα, μπορεί και να κοίταζε στον δρόμο, "σώσε με" ίσως να φώναξε με την  δεντρίσια του φωνή. Αλλά δεν ήτανε κανείς εκεί για να το σώσει, ούτε και εγώ. Πονάω και κάτι τσούζει στο μέρος της καρδιάς μου όταν φαντάζομαι το γοερό του κλάμα την ώρα που ξεριζώνανε τις βαθιές του ρίζες, τον τελευταίο του αναστεναγμό την ώρα που κόβανε τα πανέμορφα κλαδιά του και την σιωπή του τέλους. Αντίο περήφανο, υπέροχο, πανέμορφο δέντρο μου, πονάω που λείπεις, πονάω που σε έχασα, συγνώμη που σε θεώρησα αθάνατο..[...]



22 Ιανουαρίου του 2018

Mon, 22 Jan 2018 11:13:00 +0000

Σήμερα είναι Δευτέρα και γιορτάζει ο Τιμόθεος. Έναν Τιμόθεο που ξέρω, ζει στην Μόσχα και μάλλον δεν ενδιαφέρεται που γιορτάζει σήμερα. Και ξύπνησα με την σκέψη «και τελικά μωρό μου, την φωτιά που σε καίει, ή την τρως ή σε τρώει». Χειροκρότημα και ευχαριστώ :)Σε άλλα νέα, έχει ήλιο και ένα ωραίο κρύο. Καθαρές ανάσες, παγωμένες  και βαθιές. Θάθελα νάμαι τώρα στην περιοχή των Πρεσπών, ψηλά στο βουνό, εκεί απ όπου φαίνεται η λίμνη και να περπατάω. Να μην φοβάμαι αρκούδες και αδέσποτα σκυλιά και να περπατάω αυτάρκης και χωρίς την ανάγκη  «χέρι με χέρι». Να μυρίζω τον χειμώνα στο βουνό και τα μάτια μου να ξαφνιάζονται από ένα κίτρινο ανθισμένο λουλούδι τόσο δα μικρό, δίπλα σε ένα άδειο κέλυφος σαλιγκαριού, νεκρό από καιρό. Να υποψιάζομαι την άνοιξη που θάρθει, να με πλημμυρίζει μια αρχαία χαρά και να  μαλακώνει μέσα μου κάθε  πληγή και ήττα. Ύστερα να κατηφορίζω στo ταβερνάκι του Νίκου στον Άγιο Γερμανό να τρώω μπιφτέκι από κρέας μαύρου χοίρου και κολοκυθάκια τηγανητά και μισοζαλισμένη από ένα ποτηράκι τσίπουρο να γυρίζω  σπίτι μου.Αλλά είμαι στο μελαγχολικό και ηλιόλουστο γραφείο μου. Η απαισιόδοξη εποχή μας συχνά μας βάζει να μετράμε. Τόσο το λάδι, τόσο το ξύδι. Τόσες οι νίκες τόσες οι ήττες μας, άγνωστο το απόθεμά μας. Οι τυχεροί, έχουμε παλιούς φίλους, αληθινούς και γενναιόδωρους και ξεχνιόμαστε μαζί τους γύρω από μεγάλα τραπέζια γεμάτα με γέλια, κλάματα  και ενθάρρυνση. Οι άτυχοι, φοβούνται την μοναξιά τους και κάθε χέρι που συναντούν το υιοθετούν·για λίγο. Πιστεύουν στο πλήθος, την αφθονία και το εφήμερο, πιστεύουμε στην  αφοσίωση, τον έρωτα και γοητευόμαστε ακόμα με την ψευδαίσθηση του για πάντα.Καλή βδομάδα.[...]



Χριστουγεννιάτικη ευχή.

Thu, 21 Dec 2017 11:44:00 +0000

Διάβασα χθες στο φειζμπουκ κάτι που  μου πολύ άρεσε ·μια @φίλη έχασε το πορτοφόλι της, πήγε στην αστυνομία, της είπανε να το ξεχάσει και να ξεκινήσει ενέργειες για νέες ταυτότητες, κάρτες κλπ, οκ κατάπιε την πίκρα της, πήγε σπίτι της και το βραδάκι δέχτηκε αίτημα φιλίας από άγνωστο προφίλ, το οποίο την ενημέρωνε πως βρήκε το πορτοφόλι της και έδινε οδηγίες  παράδοσης-παραλαβής.  Και το παρέλαβε. Άθικτο. Στην Αθήνα του 2017.Δεν είναι μία πολύ ωραία χριστουγεννιάτικη ιστορία;  Δεν ανοίγει ένα χαμόγελο μέσα στο στήθος σας; Δεν σας μοιάζει σαν να πραγματοποιούνται ευχές όπως οι παρακάτω;«Αυτά τα Χριστούγεννα, κάποιος να σας κάνει μια τόσο σφιχτή αγκαλιά, που όλα τα σπασμένα μέσα σας να κολλήσουνε για πάντα» ή, «σας εύχομαι να μην σας ραγίσει κανείς την καρδιά ποτέ» καθώς και «σας εύχομαι να μπορείτε να αγαπάτε- τους ανθρώπους και τα Χριστούγεννα»Οκ κάνω ένα βήμα πίσω, το ξαναδιαβάζω για να αφαιρέσω λίγη άχνη και ελάχιστη χρυσόσκονη..,..και μετανιώνω. Δεν θα πειράξω τίποτα. Αγαπάω και την γλύκα των γιορτών και την καλοσύνη των ξένων. Εύχομαι να γεμίζει η μύτη σας άχνη, να φταρνίζεστε, να γελάτε  και να σας κάνουν μεγάλες αγκαλιές. Και ό άγιος με τα κόκκινα να σας φέρει ό,τι επιθυμείτε.Καλά Χριστούγεννα.[...]



Το πρώτο χιόνι

Mon, 20 Nov 2017 12:16:00 +0000

  Τη νύχτα χιόνισε. Ξυπνήσαμε το πρωί με όλες τις γύρω βουνοκορφές πασπαλισμένες άσπρο χιόνι. Η ψυχή χαίρεται παραμένοντας πιτσιρίκι, το σώμα διαμαρτύρεται-κρυώνει, η τσέπη γκρινιάζει  -1€ το λίτρο- μουρμουρίζει, το δελτίο καιρού μας υπόσχεται ηλιοφάνεια.Δευτέρα 20 Νοεμβρίου. Μπροστά μας απλώνεται ένας μακρύς χειμώνας που πρέπει να τον αποδεχτούμε και να τον συμπαθήσουμε. Αυτή η εποχή που δεν είναι θελκτική σαν την άνοιξη και μοιάζει με ένα μεγάλο λάθος της φύσης, αν αρχίσεις και την «ξεφλουδίζεις» ανακαλύπτεις για μια ακόμη φορά όσα ξεχνάς. Τα  χιονισμένα τοπία, την παγωμένη λίμνη και την ψυχρή ομορφιά της, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και την θαλπωρή του ζεστού σπιτιού, την γιορτή της καλής χρονιάς και τις υποσχέσεις που της τάζουμε, τα Ραγκουτσάρια και το μεθυσμένο  πάρτυ τους στο Τσαρσί. Σε ένα μήνα από σήμερα θα έχουμε συμφιλιωθεί και με αυτόν τον χειμώνα και  τότε θα αρχίσουμε να ανάβουμε χρωματιστά λαμπάκια σε δέντρα ψεύτικα και σε μπαλκόνια κιτς. Θα τα κοιτάμε και θα γελάμε ευτυχισμένα, θα φοράμε ζεστά ρούχα και κόκκινα σκουφάκια και θα νοιώθουμε σαν ήρωες μιας άλλης εποχής, χωρίς οικονομικές κρίσεις, ανθρώπινες τραγωδίες και ένοχες απλές χαρές..{photo: Koleska Tania }[...]



Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ

Wed, 04 Oct 2017 10:39:00 +0000

(λίγα λόγια για το βιβλίο του Δημήτρη Γιατρέλλη Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος)Οι μελαγχολικοί ήρωες του Δημήτρη  Γιατρέλλη  ζουν στην Αθήνα, διαχειρίζονται ψύχραιμα την μοναξιά τους και  αντέχουν  την  αθλιότητα των καιρών. Είναι ρομαντικοί και κυνικοί ταυτόχρονα, ελπίζουν σε μια νίκη που θα τους χαρίσει ένας από μηχανής θεός, κάνουν βήματα στο κενό με όπλο τους  το χιούμορ και ελπίζουν να προσγειωθούν σε ένα συμπονετικό σύμπαν.Οι μελαγχολικοί ήρωες του  Δημήτρη  Γιατρέλλη    κάνουν ειρήνη με τις ήττες τους και ξαναγεννιούνται-μαθητεύοντας  εκεί που τους οδηγεί η περιπέτεια  και μια εσωτερική ανάγκη- για   να λύσουν μαζί με τα μυστήρια και τους σφιχτοδεμένους κόμπους της ζωής τους.Ο Δάκης Κομνηνός, δημοσιογράφος, είναι ο κεντρικός ήρωας με τον οποίο ξεκινάει το βιβλίο του ο συγγραφέας.  Την στιγμή που τον γνωρίζουμε ζει  μια αδιέξοδη κατάσταση  χωρίς δουλειά και χρήματα, μοναχικός και ηρωικά απελπισμένος.  Μια σειρά τυχαίων συμβάντων  θα τον κάνει να αλλάξει ζωή και επάγγελμα και από δημοσιογράφος θα βρεθεί να παίζει τον ρόλο του ντετέκτιβ.Έτσι θα βρεθεί σε μια δίνη γεγονότων  τα οποία θα περιλαμβάνουν ωραίες γυναίκες, παρακολουθήσεις πάμπλουτων συζύγων, δολοφονίες, ύποπτους υπουργούς,  ένοχους ιερωμένους και απλά εκτελεστικά όργανα στην αλυσίδα του εκγλήματος. Θα κινδυνέψει, θα χρειαστεί την βοήθεια  φίλων και  θα εξαπατηθεί από άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης του.Στην ροή της ιστορίας, ο ήρωας φιλοσοφεί και εφαρμόζει την διαλεκτική λογική για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και έτσι  να οδηγηθεί ευκολότερα στην  λύση της υπόθεσης. Με μια κάπως παρορμητική διάθεση ηθικολογεί αδιόρατα  και προσπαθεί να καθοδηγήσει τις συμπεριφορές ατόμων που συμπράττουν μαζί του στην ιστορία   λησμονώντας  πως οι αντιδράσεις των ανθρώπων - και οι δικές του-  αποτελούν  προϊόν της κάθε  ήττας και  της κάθε νίκης που συνέβη στο παρελθόν τους   και οι οποίες είναι μοναδικές και πέρα για πέρα προσωπικές.Η ιστορία πάντως ρέει ζωντανά και ευχάριστα. Και ενώ ξέρεις πως πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστ[...]



(always trust summertime)

Fri, 11 Aug 2017 10:30:00 +0000

(η φωτογραφία είναι της Κατερίνας Φωτιάδου) «Παναγίτσα μου,μεθαύριο θα γιορτάσουμε πάλι την ημέρα σου. Θα είναι μία ακόμη από τις σπάνιες φορές που θα πάω στην εκκλησία. Θα σε κοιτάξω στα μάτια και θα ψάχνω για πάντα εκείνο το κοίταγμά σου, εκείνο που συνέβαινε  στην εκκλησία του χωριού  και που ήμουνα σίγουρη πως ήτανε μόνο για μένα. Όπου και να στεκόμουνα ένοιωθα εκείνη την επαφή, και αυτό με γέμιζε  με βεβαιότητα  και μια απέραντη σιγουριά πως  «όλα θα πάνε καλά».Αλλά τότε ήμουνα μόνο δεκάξη  χρονών και τα κορίτσια σ αυτήν την ηλικία -το ξέρεις- πως είναι  ατρόμητα.  Αργότερα φοβήθηκα πολύ, είχα πια μεγαλώσει, κατέκτησα  χαρές, λύπες, αμαρτίες, έρωτες, απογοητεύσεις, προδοσίες, φιλίες και αγάπη. Η αγάπη, όπως και εσύ Παναγίτσα μου είναι ενικού αριθμού, με αυτήν την μοναδικότητα που είναι  καθαρή, διάφανη και  σιωπηλή και που ευτυχώς κατάφερα να διασώσω στην καρδιά μου. Μεθαύριο που θα σου ανάψω κεράκι, σε αυτήν την μοναδικότητα θα προσευχηθώ, θα ικετέψω την χάρη της να συνεχίσει να γεμίζει  την ζωή μου και την ζωή αυτών των θαυμάσιων όντων, των ανθρώπων, όσων αγαπάμε και  όχι μόνο αυτών.Είναι καλοκαίρι, και αυτός ο μήνας που οι άνθρωποι διαλέξανε να σε γιορτάζουν αποτελεί ένα δώρο για τα όντα αυτού του πλανήτη. Ο ήλιος καίει τις πλάτες και τα μέτωπα, το φώς γεμίζει με την δόξα του   τις ημέρες  και οι νύχτες είναι χλιαρές και γεμάτες  γιασεμί, αγιόκλημα και μουσική. Στις  γαλάζιες θάλασσες,  χτυπάει η καρδιά του κόσμου. Μπαίνουν οι άνθρωποι σκονισμένοι και βγαίνουνε καινούργιοι, έχουν πετάξει μέσα της κάθε τι που τους βασανίζει και αυτή, σαν μεγάλη μητέρα Παναγίτσα μου, τους χαϊδεύει τις πληγές και τους γεμίζει τον νου με ανακουφιστικές σκέψεις  και εμπνευσμένες ιδέες.Γι’ αυτό σου λέω, μεθαύριο που θα σε κοιτάξω πίσω από το χλωμό φως που θα κρατάω στο χέρι μου, χάρισέ μου για μια ακόμη φορά εκείνο  το ανανεωτικό βλέμμα της εφηβείας μου, κάνε την θνητότητά μου ικανή να επαναπροσδιορίζεται, και άσε τα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης  να γίνονται ανεκτά μέσα από την σπουδαία μας ικανότητα,  της διάδρασης μας  με   όλα αυτά  τα υπέροχα πλάσματα,[...]



(Summertime)

Fri, 16 Jun 2017 13:22:00 +0000

Θα είναι απόγευμα και θα κοιμάσαι. Το δωμάτιο θα λούζεται σε χρυσοκόκκινο φως, τα λευκά σεντόνια θα μυρίζουν αντηλιακό Nivea και το σώμα σου έρωτα και καλοκαίρι.Θα σηκωθώ ήσυχα και θα γεύομαι ξυπόλητη  πεπόνι ζουμερό.  Από το ανοιχτό μπαλκονάκι στον Παγασητικό, θ αστράφτει η θάλασσα. Γυμνή και ελεύθερη θα δίνεται στην δύση, δεκάρα δεν θα δίνει για των ανθρώπων τις αόρατες, μάταιες, ασήμαντες ματιές. Στην αυλή ο μαυρούλης ξενοδόχος μας  θα καπνίζει ήσυχα, παρέα με την ξανθιά γυναίκα του με τα γαλάζια μάτια, και θα πίνουν παγωμένες λεμονάδες και καφέ  ελληνικό. Όταν ξυπνήσεις ένα αγιόκλημα θα πιάσει να μυρίζει δυνατά, θα σου δαγκώσω απαλά τα χείλη και μαζί, θα ρουφήξουμε λαίμαργα την ευωδιά του. Πίσω μας, το  βουνό θα θέλει να πνίξει  στο πράσινο τις  ανθισμένες  καστανιές χωρίς να το καταφέρνει , χιλιάδες αγριολούλουδα στην σκιά τους, ανύποπτα θα γοητεύονται  από μέλισσες και πεταλούδες, τα πόδια μας μπλεγμένα θα θαυμάζουν τον - βαμμένο στα χρώματα της δύσης- τοίχο  απέναντι, το καλοκαίρι θα κραυγάζει την δόξα και εμείς, μόλις που θα ανασαίνουμε, σιωπηλοί και μαγεμένοι..[...]



Ο Ραϋμόνδος και το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης.

Wed, 29 Mar 2017 07:57:00 +0000

Τον Ραϋμόνδο Αλβανό τον γνώρισα δεύτερο· είχε προηγηθεί η φήμη του που την παρακολουθούσα καιρό με μια περιέργεια ανάμεικτη με έκπληξη. Ποιος νάναι αυτός ο επιστήμονας που εκεί ψηλά στον Γράμμο και στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης  συναρπάζει τους επισκέπτες και τους κάνει να μιλάνε με τόσο ενθουσιασμό και αγάπη; Ο καιρός περνούσε και το  όνομά του συνέχισε να επαναλαμβάνεται στα στόματα των γνωστών και φίλων με αμείωτη συχνότητα και θαυμασμό. Πως όσα λέει (και με τον τρόπο που τα λέει) εκεί επάνω στον τόπο των εμφύλιων μαχών  για την ιστορία και την Εθνική Συμφιλίωση, αυτοί που τα ακούνε, τα αγαπάνε τόσο που θέλουνε να τα γνωρίσουνε και σε άλλους.Η εκδρομή που κάνει κανείς εκεί ψηλά βέβαια, είναι από μόνη της ένα δώρο που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του. Το δάσος με τα πυκνά δέντρα, φθινόπωρο-άνοιξη-καλοκαίρι και χειμώνα για τους πιο τολμηρούς, με τα χρώματα, τα αγριολούλουδα, τις βροχές και τα χιόνια, αποτελούν για τον επισκέπτη πηγή απόλαυσης και εμπειρίας μοναδικής. Όταν αποφασίσαμε με την παρέα μου την πρώτη φορά αυτή την εξόρμηση ήτανε προχωρημένο φθινόπωρο, πανέμορφο και υπέροχο, ακόμα και για τους μη ρομαντικούς.Έτσι γνωρίσαμε τον Ραϋμόνδο και την μοναδική του πραγματικά ξενάγηση, η οποία  αποτελεί ένα ταξίδι στον χρόνο, τον τόπο και την ιστορία  όχι μόνο του Γράμμου αλλά και της χώρας μας ολόκληρης και που το μήνυμα που μεταφέρεται από αυτή την εμπειρία (γιατί περί εμπειρίας πρόκειται) είναι αγνό και πανανθρώπινο, σε συναρπάζει και σε συγκινεί, σε ωθεί να  προσπαθήσεις να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη, αλλά είναι και   και κάτι άλλο εξ ίσου σημαντικό :  Σου εξιστορεί με κατανοητό, απλό και συνοπτικό τρόπο, την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, τις αιτίες και τα αποτελέσματα, τα λάθη και τις ασυνέπειες·  και κάπως έτσι εξηγούνται μέσα σου πολλά από τα ερωτηματικά που τυχόν είχες για μια εποχή που σε αφορά απόλυτα μιας και οι αφηγήσεις των γονέων και των παππούδων σου για αυτήν την τραυματική εποχή είναι στενά συνδεδεμένες με την παιδική σου ηλικία και τις ιστορίες-μπερδεμένα παραμύθια που σου εξιστορήσανε κάποτε.Γράφει ο Christos Kyriazidis, επι[...]



Το φλουρί.

Fri, 03 Mar 2017 09:51:00 +0000

 Η βασιλόπιτα ψηνόταν στον φούρνο όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. «Ποιός νάναι;» αναρωτήθηκαν με τα μάτια οι ένοικοι του σπιτιού. Έτρεξε ο μικρός, άνοιξε την πόρτα, έκανε ένα βήμα πίσω «μαμά!» φώναξε αμήχανα.  Στο άνοιγμα της πόρτας στεκότανε ένας άντρας, φορούσε καπέλο και τα ρούχα του ήταν σα να βγαίνανε από άλλη εποχή. Φαρδύ τουίντ παντελόνι με ρεβέρ και σακάκι ριγέ, ένα τσαλακωμένο και παράταιρο σύνολο, σαν ξένο επάνω του. Ο άνθρωπος που φαινότανε να κουβαλάει στους ώμους του όλη την κούραση του κόσμου, χαμογέλασε «είμαι κατάκοπος» είπε, «φέρτε μου σας παρακαλώ ένα ποτήρι  νερό και μια καρέκλα να ξεκουραστώ».Ξαφνιασμένοι του δείξανε να καθίσει στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση. Στο δωμάτιο, μια νέα γυναίκα καθότανε σε μια κίτρινη ξεθωριασμένη πολυθρόνα και παρακολουθούσε μια ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ,  ήτανε δε τόσο αφοσιωμένη που δεν είχε προσέξει την είσοδο του άγνωστου εισβολέα. «Ποιός είναι αυτός;» ρώτησε με τα μάτια τον άντρα της. Εκείνος την καθησύχασε με ένα νεύμα και πήγε στην κουζίνα να φέρει το νερό.Έξω από το παράθυρο πέταξε ένα σμήνος πουλιών. Είχε ομίχλη και οι πολυκατοικίες μέσα από αυτή την θολότητα, φαινότανε σχεδόν όμορφες. Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και έμεινε να κοιτάζει τα πουλιά ώσπου χάθηκαν ψηλά στον ουρανό.«Σου αρέσει να κάνεις όνειρα;» την ρώτησε τότε ο άντρας του καναπέ, «όχι» απάντησε εκείνη ξαφνιασμένη που άκουγε να την ρωτάει κάτι τόσο προσωπικό ένας ξένος, «έχω ξεχάσει πώς είναι να ονειρεύεσαι» και ξανά-αφοσιώθηκε στην οθόνη προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από την κουβέντα που τυχόν θα ακολουθούσε.Εκείνη την στιγμή έγινε κάτι  που η γυναίκα το χαρακτήρισε τρελό καιπερίεργο. Ο άντρας σηκώθηκε από τον καναπέ, περπάτησε στο δωμάτιο μέχρι την πολυθρόνα της, έσκυψε κοντά στο πρόσωπό της και την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια· μια περίεργη ζαλάδα την κυρίευσε και αφέθηκε σε κείνη την ματιά. Νόμισε πως το δωμάτιο γέμισε ομίχλη και πως ξαφνικά ξεχύθηκε στον χώρο μια πολύ ευχάριστη μυρωδιά που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την προέλευσης της. «Και όμως» της είπε τότε ο άγνωστος, « σύντομα θα [...]



Για την Άννα.

Fri, 03 Feb 2017 11:34:00 +0000

« Άννα μου,χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου. Φορούσες εκείνη την πλισέ φουστίτσα που είχες αγοράσει από μια λαϊκή στην Μπολόνια και στριφογύριζες κάτω από τον ήλιο. «Κοιτάξτε», μας έλεγες, «σαν ομπρέλα έγινε η φούστα μου», και γελούσες δυνατά. Τα μαύρα σου μαλλιά αστράφτανε σαν έβενος και εμείς οι φιλενάδες σου σε κοιτάζαμε θαμπωμένες. Σε θαυμάζαμε και σε ζηλεύαμε  λίγο, για την αέρινη σιλουέτα σου, την λεπτή σου μέση και την γλυκύτατη ματιά που έκανε τα αγόρια να σε θέλουνε  και τον κόσμο να σε αγαπά.Θυμάσαι τότε που κάναμε βόλτες με τα αγόρια στον δημόσιο δρόμο και ερωτευόμασταν την ζωή; Ήτανε Μάιος, οι μαργαρίτες ξετρελαμένες χύνανε την μυρωδιά τους στον αέρα και εμείς τις μαδούσαμε για να μάθουμε αν μας αγαπάει. Ποιος μας αγαπούσε τότε και από ποιόν περιμέναμε το ναι;  Τίποτα δεν θυμάμαι αλλά ναι, ξέρω πως ήτανε  άνοιξη, ήμασταν η άνοιξη, όλος ο κόσμος ήτανε δικός μας, εμείς και οι φιλενάδες μας και  οι φίλοι μας τα αγόρια που  συχνά μαλώναμε  μαζί τους, «υπάρχει φιλία μεταξύ αρσενικών και θηλυκών;», εμείς λέγαμε ναι, εκείνα λέγανε όχι.Θυμάμαι που κόβαμε δρόμο, (για να πάμε πιο γρήγορα στο σπίτι), μέσα από τα χωράφια και το νεκροταφείο. Η δημοσιά  ήτανε ψηλά και το κατηφορικό μονοπάτι μας έκανε να τρέχουμε, μόλις φτάναμε στο τοιχαλάκι που χώριζε το χωράφι από το νεκροταφείο, γυρίζαμε να κοιτάξουμε την παρέα που αφήναμε πίσω, ο Μ. μας φώναζε, «που πάτε, γυρίστε πίσω» εγώ φοβόμουνα την μαμά μου, εσύ ήθελες να είσαι η τέλεια κόρη για τον μπαμπά σου, ανεβαίναμε τον τοίχο, περπατούσαμε  στα πράσινα χόρτα και τα ανθισμένα λουλούδια, πέτρινοι σταυροί τριγύρω, αδιαφορούσαμε για τους νεκρούς, αδιαφορούσαμε  για τον θάνατο, ήμασταν   κάτι ατρόμητα, αθάνατα και ανίκητα κορίτσια.Τώρα που σου γράφω είναι αργά, είμαι λίγο ζαλισμένη από μια ξεθωριασμένη λύπη και  ένα κόκκινο λικέρ  που πίνω σε μικρές γουλιές από ένα τοσοδά ποτηράκι. Θυμάμαι πως  ήτανε τέλος Γενάρη που χτύπησε το τηλέφωνο και η Σ. μου είπε πως έφυγες για πάντα. Για πάντα μακριά μας εσύ που αγαπούσες τόσο το κοντά, εσύ, που καμία ξένη χώρα και καμία πατρίδα δεν [...]



Φεβρουάριος

Wed, 01 Feb 2017 10:17:00 +0000

Ο Φεβρουάριος φέτος, αν ήτανε γυναίκα θα είχε γκρίζα μάτια και ξανθά μαλλιά. Θα ήταν όμορφη και θα φορούσε ζεστά μάλλινα ανοιχτόχρωμα ρούχα, και γούνινο άσπρο σκούφο. Αν χιόνιζε, θα σήκωνε το πρόσωπό της στον ουρανό και θα άφηνε τις νιφάδες να κάθονται πάνω στο άσπρο δέρμα της, θα έμενε με κλειστά μάτια και ηδονική έκφραση και το χιόνι θα συνέχιζε να πέφτει και να λιώνει πάνω στο ζεστό της δέρμα. Οι άνθρωποι θα την κοιτάζανε με περιέργεια και λίγο θαυμασμό, «ποια είναι αυτή που τολμάει να αψηφάει τον χειμώνα;» θα σκεφτόντουσαν από μέσα τους και απέξω τους θα τολμούσαν λίγο να χαμογελάσουν, τόσο λίγο που κανείς δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί , γιατί ξέρετε πως με το χιόνι γελάνε μόνο τα παιδιά, οι τρελοί και οι ποιητές. Κάποια στιγμή η γυναίκα θα άνοιγε τα μάτια της και κείνα θα χαμογελούσαν, θα έπαιρνε τότε από το χέρι τα παιδιά και θα παίζανε χιονοπόλεμο με φωνές χαράς και αλαλαγμούς μάχης, ο εφήμερος νικητής θα είχε κόκκινα μάγουλα και παγωμένα χέρια, ο νικημένος θα ένοιωθε το χιόνι να λιώνει στην ραχοκοκαλιά και στην κόκκινη μύτη του αλλά καθόλου δεν θα τον ένοιαζε, καθόλου, έτσι θα τελείωνε ο Ιανουάριος, την άλλη μέρα όλα θα αλλάζανε, οι αλκυονίδες ημέρες θα διεκδικούσαν μερίδιο δικό τους στον καιρό, ο ήλιος θα φώτιζε και θα χρωμάτιζε τα πάντα, τα παιδιά θα συνέχιζαν να παίζουν τα απογεύματα στις πλατείες με κόκκινα μάγουλα και παγωμένα χέρια και η άνοιξη θα πλησίαζε σιγά-σιγά..[...]



ραγκουτσάρια εν έτει 2017

Sat, 07 Jan 2017 11:31:00 +0000

(φωτογραφία αρχείου, Ιανουάριος του 16)Τα παλιά τα χρόνια, στο χωριό μου,  το must των ημερών ήτανε να ντυθεί κανείς τρομακτικό καρναβάλι. Και φυσικά με κρυμμένο το πρόσωπο, ώστε κανείς να μην μπορεί να σε αναγνωρίσει. Σηκώνανε τα χέρια τους τα τρομακτικά αυτά καρναβάλια και "ΑΑΑΑΑΑΑαααααα!!!!!" φωνάζανε κοιτώντας μας και τότε, εμείς τα μικρά χεζόμασταν από τον φόβο μας.Είχα έναν ξάδερφο λοιπόν ( λέω είχα, γιατί έδωσε μιά και έφυγε νέος από τούτον τον ντουνιά), που ήτανε πολύ ψηλός και όταν φορούσε τα καρναβαλίστικα, τα διάλεγε ένα νούμερο μεγαλύτερο, γιατί τα γέμιζε με άχυρο, πολύ άχυρο, στα πόδια, στα μανίκια, στον κορμό, και τότε γινότανε τεράστιος και τρομακτικός.Πάντα πετύχαινε τον έναν στόχο, της τρομακτικότητας, τον άλλο της ανωνυμίας ποτέ, γιατί όλοι τον αναγνωρίζανε από το ύψος του. Καταπληκτικές εποχές, με φτώχεια και ανυποψίαστη ευτυχία.Ώρα του καλή του Κοσμά. Εύσημο-μνημόσυνο για κείνον, εύσημα σκέτα για όλα τα καρναβάλια της ζωής μας, που γλεντήσαμε με την ψυχή μας, μεθύσαμε με το ίδιο μας το κέφι, είδαμε τον ουρανό ξαπλωμένοι στο τσαρσί, αγκαλιασμένοι όλη η παρέα σαν ένα ολόσωμο σύμπαν, συνένοχοι και συμμέτοχοι μαζί σε ένα συμβάν που πυροδοτούσε σημεία του μυαλού μας ανέγγιχτα από τον χρόνο. Έτσι ξαναγινόμασταν παιδιά, έτσι γινόταν εφικτό να φιλιώσουμε με την του Διόνυσου απαγορευμένη διάσταση, έτσι κερδίζαμε μέρες από την ζωή μας, έτσι γινόμασταν αθάνατοι. Ευχή: ας είμαστε ικανοί θεέ των ραγκουτσαριών να ξανανταμώνουμε πάντα με αυτή την Θεία μέθεξη που μας βγάζει από το ρούχο της ζωής μας και μας πετάει ψηλά στον ουρανό..(Αφιερωμένο, στην παρέα των ραγκουτσαριών που κοντά είκοσι χρόνια μου τροφοδοτούσε την ύπαρξη) [...]



άχνη στον αέρα.

Tue, 13 Dec 2016 11:36:00 +0000

Το πρώτο που θυμάμαι μόλις ακούω την λέξη Χριστούγεννα είναι τα κάλαντα. Η ανάμνηση πηγαινοέρχεται· μία στα πολύ παιδικά μου χρόνια στο χωριό, με πολύ χιόνι, κρύο, παγωμένα δάχτυλα, τάλιρα και δραχμούλες και μία στην εφηβεία μου, στην Καστοριά με τους φίλους μου από το σχολείο. Τα αγάπησα και  τ’  αγαπώ σαν ονειροπαρμένη. Είμαι πανέτοιμη την ήμερα εκείνη και περιμένω:- «να τα πούμε;» -«να τα πείτε φυσικά» Tα λένε -όχι όλα- μόνο όσα θυμούνται, πρόσωπα παιδικά, αγοράκια και κοριτσάκια που δεν σε κοιτούν στα μάτια, μόνο ντροπαλά τραγουδάνε με φωνές χερουβείμ του ονείρου. Πολύ αργότερα αγάπησα τους κουραμπιέδες. Βρήκα την συνταγή που  γεμίζει την ατμόσφαιρα   μυρωδιά γιορτής και ψημένα αμύγδαλα, ζεστό βούτυρο και γλυκιά άχνη με βανίλια. Με συναρπάζει η διαδικασία όπου  δάχτυλα και  δαχτυλάκια ξεφλουδίζουν με υπομονή τα ζεματισμένα αμύγδαλα, τα ψιλοκόβουνε και μαζί  μ αυτά, σκορπίζουνε πάνω στο τραπεζομάντηλο κομματάκια αγάπης. Κάνουν καρδούλες τα μάτια μου και  για τις μύτες που οσφραίνονται ανυπόμονα τον αέρα και περιμένουν να δοκιμάσουνε τον πρώτο κουραμπιέ (ζεστό ακόμα).Είναι αυτή η γιορτή ένα κομματάκι  τόσο δα από έναν   καλά κρυμμένο εαυτό στην ενήλικη κυνικότητά μας;  Έχει κάτι από την δύναμη και την αδυναμία μας;  Είναι η χαμένη μας παιδικότητα που κολλάει χαριτωμένα τα μούτρα της πίσω από το τζάμι;  Ή μήπως είναι μόνο η ανάγκη πετάξουμε  για λίγο ψηλά σαν νιφάδα χιονιού στον παγωμένο ουρανό του Δεκέμβρη και ύστερα να ξανακυλήσουμε πίσω  και να λιώσουμε ηδονικά πάνω σε μια ζεστή παλάμη; Μικρή σημασία έχει γιατί, έτσι και αλλιώς, στο τέλος πάντα ένας άγιος με κόκκινο σκούφο θα είναι εκεί για να μας γοητεύει και να μας απογοητεύει, χειραγωγώντας με επιτυχία την απόλυτη ανάγκη μας για το ανεκπλήρωτο.[...]



Η χρονιά που δεν πήγαμε στο πανηγύρι.

Wed, 21 Sep 2016 14:22:00 +0000

Η Αλέκα πέθανε μια μέρα σαν και τούτη που περιμέναμε το πανηγύρι του Άργους. Είχε ήλιο έξω και εμείς  μια μεγάλη χαρά που θα πηγαίναμε. Κάποια στιγμή, εκεί που περιμέναμε το λεωφορείο να μας μεταφέρει στην πόλη, είδαμε την Ελένη του Χαρίση  να κατηφορίζει βιαστικά. Φαινότανε ταραγμένη·  "τι τρέχει;" την ρωτήσανε οι γυναίκες. Εκείνη άρχισε να μιλάει βιαστικά και  καθώς μιλούσε έχανε τα λόγια της, σάλια ξεφεύγανε από το στόμα της, στο τέλος άρχισε να κλαίει. "Τι έγινε;"  ρωτήσαμε τη μάνα με περιέργεια. Εκείνη μας αγκάλιασε και μας είπε πως δεν θα πηγαίναμε στο Άργος αυτή τη φορά, γιατί κάτι πολύ σοβαρό είχε συμβεί στο χωριό μας. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει άλλο, τα μάτια της είχανε μια μεγάλη λύπη και από πράσινα γινήκανε σκούρο καφέ. Φοβηθήκαμε να ρωτήσουμε παραπάνω και περιμέναμε ανήσυχα εγώ και ο αδερφός μου να μάθουμε τι είχε συμβεί. Στο σπίτι, μας φέρθηκε τόσο τρυφερά που μας ξένισε· δεν ήμασταν συνηθισμένοι βλέπεις σε τέτοιες γλύκες, η μάνα ήτανε μια αυστηρή γυναίκα που δεν χάριζε τα χάδια της εύκολα. Μας έδωσε να φάμε από μια μεγάλη φέτα ψωμί βούτυρο με μέλι, καθίσαμε ήσυχα στην γωνιά μας.Τότε μπήκε στο σπίτι η θείτσα μου, ταραγμένη και αυτή και άρχισαν να μιλάνε. Έτσι μάθαμε πως το προηγούμενο βράδυ η Αλέκα, συμμαθήτριά μας και φίλη από το πάνω χωριό, είχε πάει να μαζέψει το μουλάρι από το χωράφι που το είχανε δέσει με τριχιά για να βόσκει όλη μέρα. Καθώς γύριζε στο σπίτι με το ζώο έδεσε στο χεράκι της την άκρη της τριχιάς και μάλλον κατηφόριζε τραγουδώντας. Κάπου εκεί παραμόνευε φαίνεται και η κακιά της η μοίρα, γιατί εκείνη την ώρα κάτι το τρόμαξε το ζωντανό και εκείνο άρχισε ξαφνικά  να τρέχει. Το παιδί δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ούτε να λύσει το σκοινί από το χέρι του και έτσι ένας τρελός χορός θανάτου ξεκίνησε και τελείωσε με το μουλάρι να επιστρέφει ώρες αργότερα στο σπίτι σέρνοντας  πίσω του το νεκρό κορίτσι.Την άλλη μέρα την κηδέψαμε. Μια όμορφη μέρα ενός πικρού Σεπτέμβρη η Αλέκα, το κορίτσι με τα ξανθά σγουρά μαλλιά, τα κόκκινα μάγουλα και το πλατύ χαμόγελο [...]



(Μερικές φορές θέλω να πηδήξω πάνω από την σκιά μου)

Sun, 18 Sep 2016 20:45:00 +0000


..και τότε ονειρεύομαι πως είμαι ηρωίδα μυθιστορήματος καλοκαιρινού που ταξιδεύει σε πανέμορφο τουριστονήσι, τα  μάτια μου θαυμάζουν επικά ηλιοβασιλέμματα και γαλάζιες θάλασσες, ανακαλύπτω μυστικά μονοπάτια, χάνομαι σε πράσινα πευκοδάση, ανασαίνω βαθιά την μυρωδιά τους·θεραπεύομαι.

Ύστερα κολυμπάω σε πρασινογάλαζα νερά, τόσο διάφανα που νομίζω πως θα σπάσουν, είμαι μια γυναίκα- δελφίνι, γύρω μου κολυμπάνε σαργοί και χρυσοκίτρινα ψαράκια, γλυστράω και χάνομαι σε ακρογιαλιές με ονόματα ποιητικά, γυαλισκάρι, μυρτιώτισσα, κοντογυαλός, οι λέξεις  τους σκάνε σαν κύμα στ αυτιά  μου· με ηδονίζουν.

Ό άντρας που είναι μαζί μου μ´ αγαπάει και αυτή η αυταπάτη μοιάζει τόσο πολύ με την θάλασσα.. Είναι η θάλασσα και είμαι η αμμουδιά, πάει και έρχεται, μια μου λέει ναι και μια μου λέει όχι, τη μέρα γελάει σαν παιδί, τη νύχτα γίνεται ένα θορυβώδες κύμα που τα παρασύρει όλα.

 Πιάνω  τότε χαρτί να γράψω για το όνειρό μου αυτό και το μόνο που θυμάμαι είναι ένα φεγγάρι να γλιστράει στη θάλασσα την νύχτα και να γεμίζει ασήμι τον ουρανό, στο κατάστρωμα έχει μπόλικη ομορφιά, υγρασία και κρύο, χώνομαι σε μια ζεστή μασχάλη, με υιοθετεί με πρόθυμη διάθεση, μένω για λίγο εκεί, μ αρέσει και με φοβίζει, με φοβίζει σαν το σκοτάδι που καταπίνει όλο το φως, μ αρέσει σαν όλες τις θάλασσες, τους ουρανούς· τον κόσμο όλο αχ..






ένα πουλί τραγούδαγε

Fri, 19 Aug 2016 12:50:00 +0000

Είδα ένα πολύ ωραίο όνειρο χθες. Ένα πουλάκι τραγουδούσε, καθότανε  χαμηλά και το χώμα όπου στεκότανε είχε το χρώμα της άμμου και την υφή της σκόνης. Απέναντί του σε ημικύκλιο όλα τα ζώα και τα πουλιά της πλάσης ακούγανε μαγεμένα το τραγούδι του, εντελώς αφοσιωμένα, τόσο πολύ τα είχε συναρπάσει αυτό το κελάηδημα, που είχανε πάρει το χρώμα του εδάφους και δεν φαινότανε, σαν χαμαιλέοντες προσαρμοσμένα στον περιβάλλοντα χώρο. Πλησίασα με περιέργεια και το μόνο που είδα ήτανε ένα πουλάκι να τραγουδάει. Στάθηκα και εγώ και άκουγα το συγκλονιστικό πραγματικά τραγούδι του. Την ώρα που τελείωνε όμως και κανονικά θα ήτανε η ώρα των πολύ θερμών χειροκροτημάτων, τα ζωντανά συνήλθανε και πλέον δεν ήτανε καθόλου αφομοιωμένα με το περιβάλλον και το γλυκό κελάηδημα του πουλιού εκείνου, αρχίσανε να κινούνται γρήγορα , ο τόπος γέμισε κατσίκες, πτηνά, σκόνη και πανικό..Την προηγούμενη νύχτα είχα πιεί μια μπύρα και είχα τρελά διασκεδάσει με τους φίλους μου στην συναυλία των BluesWire..[...]



Οι διάφανες μέρες του Αυγούστου και η Καστοριά.

Tue, 16 Aug 2016 10:58:00 +0000

Τις τελευταίες μέρες του  ο Αύγουστος τις αφιερώνει στην ανάγκη του για τελειότητα και γι αυτό τις κάνει όσο πιο όμορφες μπορεί. Το θέλουν και εκείνες και γίνονται συνεργάτες του, φοράνε το πιο διάφανο χρώμα του ουρανού, ζεσταίνουν τους δρόμους με τις πιο  ιδανικές θερμοκρασίες, χαίρονται οι λιγοστοί διαβάτες που απομείνανε, αμετανόητοι εραστές της καλοκαιρινής πόλης. Οι λιγοστοί ξένοι που τολμούν και την επιλέγουνε, είναι τυχεροί γιατί θα τους αγαπήσει και ίσως τους αποκαλύψει και κάτι από την  ψυχή της. Η Καστοριά φαίνεται και είναι όμορφη, έτσι που λάμπει από  το κάλλος που απλόχερα της χαρίστηκε λόγω της κυρίαρχης θέσης της πάνω από την λίμνη και κάτω από τον ουρανό. Γιατί η Καστοριά είναι πάνω από την λίμνη, καθρεφτίζεται στα νερά της, την υποτάσσει και της υποτάσσεται και με αυτή τη λάγνα διάθεση μαγνητίζει τους πάντες, ξέρει να το κάνει, ξέρει επίσης και να το απολαμβάνει.Ταυτόχρονα είναι η πόλη που βρωμίζει την λίμνη της με ασύδοτη ευκολία και χωρίς καμία εμφανή τύψη, ξεχνάει εύκολα τα χρόνια που επιζούσε και διατρεφότανε από αυτήν, σπάνια σκέφτεται πώς θα πρέπει να διορθώσει την ζημιά που προκαλεί σε αυτήν την υδάτινη ανάσα, υιοθετεί μια κακομαθημένη αλήτικη και προκλητική συμπεριφορά, νομίζει  πως το δικαιούται και έτσι λάθος εκφράζεται, με τον εγωισμό της υπεροχής της.Όμως.. είναι υπέροχη όταν σε παίρνει από το χέρι  και με μια σπάνια ευαισθησία σε πάει περίπατο  στον δρόμο δίπλα και γύρω από την λίμνη, χαρίζει στα μάτια σου το πιο σπάνιο φως, κίτρινο και γαλάζιο και πράσινο, που ξετρυπώνει ανάμεσα από τα πλατιά φύλλα των πλατανιών, σου μεταγγίζει την δροσερή ανάσα των πανύψηλων δέντρων και θαμπώνει τα μάτια σου με τις αστραφτερές αντανακλάσεις των νερών.  Είναι υπέροχη και ξέρει να σε ξαφνιάζει. Εκεί μέσα στην φύση βάζει μια βυζαντινή Παναγία να σου χαμογελάει, σε συγκινεί αυτή η συνάντηση, αναβλύζει μέσα σου μια μνήμη προγονική, θέλεις να συναντηθείς με αυτήν την ανάγκη, μπαίνεις μέσα στον ναό[...]



Θάλασσες-πατρίδες.

Tue, 02 Aug 2016 11:55:00 +0000

  Η θάλασσα χθες στους αμμόλοφους ήτανε πεντακάθαρη, πανέμορφη και ψυχρή. Σε ξεγελούσε η χλιαρή της επιφάνεια και σε πάγωνε η κρύα αγκαλιά της. Όμως πανέμορφη. Θα την παρομοίαζες με μια ψηλή, ξανθιά, ονειρεμένης ομορφιάς γυναίκα, που όταν έψαχνες τα μάτια της σε άδειαζε με μιας  το αφηρημένο γκρίζο χρώμα τους. Όχι, δεν γίνατε φίλες με αυτήν την θάλασσα, έφυγες μέσα στους πρώτους ίσκιους της νύχτας με μια ανεξήγητη θλίψη, απορώντας και ψάχνοντας μάταια την προέλευσή της.Το σπίτι στο Λιτόχωρο σε περίμενε με μισάνοιχτη την εξώπορτα της αυλίτσας. Η κληματαριά κούνησε τα φύλλα της και τα άγουρα τσαμπιά ενοχλημένα ρίξανε μια νυσταγμένη ματιά. Το άλλο πρωί θα σου κρυφογελούσαν ένοχα κάτω απ τον ήλιο. Μπήκες στο σπίτι και σε κυρίευσαν τα συναισθήματα. Όλα ήταν στην θέση τους, όπως τα θυμόσουνα, πεντακάθαρα και φιλόξενα. Ένοιωσες ευγνωμοσύνη για το αίσθημα ασφάλειας που σε κυρίευσε καθώς άπλωνες τις βρεγμένες πετσέτες στο μπαλκόνι. Πολύ αργότερα, όταν τα μάτια σου θα κλείνανε από νύστα, θα σκεφτόσουνα πως ο Όλυμπος είχε τις κακές του και γι αυτό η ζέστη ήτανε ανυπόφορη. Όμως το πρωί ξύπνησες ανάλαφρα με τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπάνε και τις φωνές  έξω από το παράθυρο που καλημερίζονταν μεταξύ τους.Σήμερα αυτή η θάλασσα στον ίσκιο του Ολύμπου, η «δική σου» όπως την ονομάζεις,  σε υποδέχτηκε με φωνές. Και σένα σου είχει λείψει, αυτή η γαλαζοπράσινη γειτονιά  είναι σαν την κολλητή σου φίλη,  την αγαπάς, δεν είναι τέλεια, δεν είναι πεντακάθαρη, έχει ελαττώματα, και σου θυμίζει τον εαυτό σου που συνεχώς επαναπροσδιορίζεται και πάντα σε ξαφνιάζει με κάτι που έχει παραλείψει.Κολυμπάς για ώρα πολλή και το αγιασμένο νερό σε θεραπεύει. Μέσα στο νερό, νομίζεις πως έτσι που «βαδίζεις» με  τα μεγάλα θαλάσσια νοητά βήματά σου, θα περάσεις απέναντι ξυστά από το πρώτο πλοκάμι της Χαλκιδικής  και θα πιάσεις λιμάνι στην σγουρή άμμο της Τορώνης και στο θαυμάσιό της ηλιοβασίλεμα να θυμηθείς τα άλλα αγαπημένα σου καλοκαίρ[...]



Το φιλί.

Sat, 09 Jul 2016 19:44:00 +0000





Λίγο πριν απομακρυνθεί από το τραπέζι εκείνος, σαν κάτι να θυμήθηκε, γύρισε πίσω και την φίλησε στιγμιαία στο στόμα. Ερωτικά.

Μία τυχαία θεατής  του φιλιού από το απέναντι τραπέζι που έπληττε από ώρα, ένοιωσε στο δευτερόλεπτο μια ακύμαντη θάλασσα να μπαίνει στα μάτια της και να την πλημμυρίζει. Της ήρθε να δακρύσει απ το αλμυρό νερό, μα κάτι την έκανε να το μετανιώσει και έμεινε να κοιτάζει με θαυμασμό το φιλί, που αιωρήθηκε για ώρα στην ατμόσφαιρα, εκστασιασμένο από την εντύπωση που είχε προκαλέσει.

Κανείς άλλος δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό και όλοι συνέχιζαν αδιάφοροι τις κουβέντες τους.

Έκανε ζέστη και το καλοκαίρι έχυνε άφθονο χρυσό χρώμα στο δέρμα των ανθρώπων, στην άμμο και στην τυρκουάζ θάλασσα..





Οι φίλες μου.

Sat, 28 May 2016 20:29:00 +0000




Οι φίλες μου είναι νεράιδες. Μαζί κατοικούμε στο παρακμιακό κέντρο της πόλης παρέα με γέρους και αλήτες-πουλιά. Οι φίλες μου ξέρουν να λένε τον καφέ, να ερμηνεύουν τα όνειρα που βλέπουν τις σκοτεινές νύχτες και να χορεύουν με τα ξωτικά την άνοιξη στα πυκνά δάση. Οι φίλες μου νομίζουν πως είμαι σπουδαία συγγραφέας, ή μεγάλη φωτογράφος, ή κάτι μπερδεμένο ανάμεσα σ αυτά τα δύο. Εγώ βέβαια δεν είμαι τίποτα απ´ όλα αυτά, είμαι ακριβώς ίδια με αυτές τις αστραφτερές υπάρξεις που λάμπουν στην ζωή μου και την κάνουν ακριβή. Το φως  από τις φίλες μου δεν το βλέπουν οι άλλοι, προς τα μέσα φέγγει, σαν εσωτερικός ήλιος τις φωτίζει και κάνει το δέρμα και την σκέψη τους διάφανη σαν γιαπωνέζικη πορσελάνη. Όταν με βαριούνται φεύγουν και χάνονται στην ασημένια άσφαλτο που κατηφορίζει προς την λίμνη και τότε εγώ κάθομαι και κλαίω που τις έχασα, κλαίω τόσο πολύ που στερεύουν τα δάκρυά μου και κάποια από αυτά γίνονται μαργαριτάρια, τα κρεμάω με χρυσή αλυσίδα γύρω απ´ το λαιμό μου και τις νύχτες που κοιμάμαι τα ακουμπάω στο μέρος της καρδιάς. Οι φίλες μου  κάθε άνοιξη μου χαρίζουν και από κάτι, μία λευκή ελπίδα σαν άγραφη κόλλα χαρτί, μια κόκκινη παπαρούνα σαν την ερωτευμένη άνοιξη, ένα ποτήρι γεμάτο κρασί σαν το μεθυσμένο μου μυαλό, μία ανθοδέσμη μαργαρίτες σαν τις μεγάλες αμφιβολίες της ύπαρξης. Οι φίλες μου δεν μου λεν σ αγαπώ, μου κάνουν μεγάλες αγκαλιές χωρίς λόγια, μου κρατάνε σφιχτά το χέρι όταν πονάω, πίνουνε λικέρ μαστίχα μαζί μου τις νύχτες και όταν μας πνίγει ένα αβάσταχτο αχ, μαζί ακούμε τα αηδόνια της νύχτας που τραγουδάνε για μας ήχους πανάρχαιους…




Χρέος ελάχιστο.

Tue, 17 May 2016 12:58:00 +0000

Όταν ένα κουρασμένο απόγευμα  χτυπήσει η εξώπορτα, θα σηκώσεις ξαφνιασμένη το κεφάλι σου από τις σελίδες του βιβλίου, θα βάλεις τον σελιδοδείκτη στο άνοιγμα, «ποιος να ναι;» θα αναρωτηθείς αφηρημένα, θα ψάξεις  τις παντόφλες σου και θα ανοίξεις την πόρτα.Πως εισέρχεται στην ζωή σου μια ανυποψίαστη εκδοχή και κυρίως πως την επεξεργάζεσαι;  Το καινούριο  σαν νέα πιθανότητα είναι πάντα ευπρόσδεκτο μα πρέπει να του κάνεις  χώρο για να μπορεί να αναπτυχθεί, ίσως  ενοχλεί ο απροσδόκητος εισβολέας στο τακτοποιημένο σου σύμπαν, μπορεί μια άκρη του μυαλού σου να προτιμούσε  να είχε χτυπήσει το κουδούνι του γείτονα και συ να συνέχιζες αμέριμνα χαμένη στις ιστορίες που γράψανε άλλοι για σένα και που περιγράφουνε κάτι σαν αυτό που τώρα ζεις.Οι ήρωες των βιβλίων μυρίζουν σαν και σένα, γελάνε με τα ίδια αστεία, τους αρέσουν τα γλυκά όπως ακριβώς και σε σένα, χάνονται στο πράσινο της άνοιξης με τον ίδιο τρόπο που και συ αγαπάς, σου κρατάνε το χέρι  μπροστά στο θαύμα μιας κόκκινης παπαρούνας που σπαρταράει  κάτω απ τον ήλιο τον Μάιο. Οι ήρωες του βιβλίου ερωτεύονται παράφορα, κάνουν έρωτα και  συναντούν το Θείο  σε αυτή την ένωση, τόσο πολύ το πλησιάζουν που τιμωρούνται γι αυτό, υποφέρουν, πονάνε και εν τέλει διδάσκονται από αυτή την οδύνη. Τις ιστορίες του βιβλίου τις ζήσανε μόνο όσοι αναπνεύσανε βαθειά την περιοχή που τους δόθηκε και γεμίσανε  τα πνευμόνια τους με αυτήν την μυρωδιά.  Την ώρα που  ανοίγουν οι πόρτες,  σαν προσευχή του ελάχιστου χαμογέλα  και κάνε το γέλιο σου να ακουστεί δυνατά, να φτάσει ως την χώρα του Πήτερ Παν και από κει να γυρίσει πίσω εξαγνισμένο από την αθώα παιδικότητα της πρώτης φοράς, τότε που τα γάργαρα νερά καθρεφτίζονταν στα μάτια σου, τότε που όλα ήταν εφικτά και ακόμα και το πρήξιμο από το τσίμπημα μιας μέλισσας θεραπευότανε σε μια μέρα..[...]



( Θυμητικό)

Sun, 10 Apr 2016 19:41:00 +0000


« Θείτσα μου,

σήμερα ανηφόρισα στο μέρος που φιλοξενούμε οι άνθρωποι τους νεκρούς μας και έσφυζε τριγύρω η άνοιξη και η ζωή. Ήσυχες εκρήξεις χρωμάτων στο χώμα, κίτρινο, λιλά, μωβ, πράσινο  και άσπρο της μαργαρίτας. Στα δέντρα, μικρά φυλλαράκια και κομπάκια σε τρυφερό λαδί, σαν παιδάκια είναι, τέτοια τρυφεράδα σε πιάνει σαν τα παρατηρείς. Τα πουλιά, ω τα πουλιά, τι όμορφα που τραγουδούν, τίποτα δεν τα νοιάζει, μόνο χαίρονται και κελαηδώντας ευχαριστούν τον πλάστη τους. Τώρα που το σκέφτομαι λέω πως μάλλον η ψυχή σου έχει μεταμορφωθεί σε πουλί, σου ταιριάζει, ναι, ένα αηδόνι δυό χρόνων έγινες, που ντροπαλά και γλυκά κελαηδάει κρυμμένο στα φυλλώματα. Τις νύχτες θα πλησιάζεις στο σπίτι, η κερασιά έχει ανθίσει στον κήπο, οι τουλίπες χρωμάτισαν τα παρτέρια, και η μηλιά φούντωσε και αυτή. Θα σε πιάνει τότε ένας λυγμός και θα τραγουδάς για όλα σου τα παράπονα, θα είναι γλυκό το κελάηδημά σου, οι άνθρωποι θα σαστίζουν και θα σωπαίνουν, "τι αηδόνι νάναι αυτό" θα αναρωτιούνται στα κρεβάτια τους, μέχρι και το ποτάμι θα σωπαίνει, κάτι σαν μέλι θα χύνεται στις ραχοκοκαλιές και μια γλύκα θα τα κυριεύει όλα..»