Subscribe: Γιαγιά Αντιγόνη
http://giagia-antigonh.blogspot.com/feeds/posts/default
Added By: Feedage Forager Feedage Grade B rated
Language: English
Tags:
Rate this Feed
Rate this feedRate this feedRate this feedRate this feedRate this feed
Rate this feed 1 starRate this feed 2 starRate this feed 3 starRate this feed 4 starRate this feed 5 star

Comments (0)

Feed Details and Statistics Feed Statistics
Preview: Γιαγιά Αντιγόνη

Γιαγιά Αντιγόνη





Updated: 2018-04-16T14:41:07.532+03:00

 



Οι χρωματιστές κορδέλες

2017-07-29T09:33:33.771+03:00

Εκείνο το καλοκαίρι, αργήσαμε να φύγουμε για το νησί. Ημουν οκτώ χρονών. Η μάνα μας συμπλήρωνε ένα χρόνο στο νοσοκομείο της Νίκαιας. Ένα λάθος στην επέμβαση, την έφερνε κοντά στο χάρο. Τα παιδιά μόνα στο σπίτι.. οι μεγάλοι πάνω από το κρεβάτι της. Ηταν μόλις τριάντα δυο. Δεν επιτρεπόταν να τη δούμε. Το σπίτι έρημο. Αυτή η ησυχία, συνδυαζόμενη από την εγκατάλειψη της νοικοκυροσύνης της, έγραψε στα μάτια μας, τη θλίψη και τον φόβο της ορφάνιας.  Μια γυναίκα που ερχόταν να καθαρίζει, ανακάλυψε ο πατέρας μας πως μας είχε «γδύσει» από σεντόνια ως τους βαφτιστικούς σταυρούς μας. Απλυσιά, άδεια πιάτα… τρώγαμε στην απέναντι ταβέρνα από ένα κομμάτι ψωμί γεμισμένο με τυρί και σαλάμι. Το έτρωγα στην ταράτσα, αργά μη μου τελειώσει. Το αργό κλάμα κρυφά να μη με δουν.Μέσα στο μυαλό μου, είχε σφηνώσει η ιδέα πως φταίγαμε, γιατί κουράζαμε τη μαμά και την αρρωστήσαμε! Μια λέξη που άκουσα,  έριξε ένα βουνό τύψεων στη τρυφεράδα μιας οκτάχρονης ψυχής…   Είχα την ελευθερία να γυρίζω από σπίτι σε σπίτι, τότε που καμιά εξώπορτα δεν ήταν  κλειδωμένη. Το μόνο που καταδεχόμουν να απολαύσω ήταν τα γλυκά του κουταλιού, από τη Νέζω. Μια γερασμένη γυναίκα που δεν είχε καλές σχέσεις με τη γειτονιά. Ήμουν και επιλεκτική βλέπετε, είχα ένα ένστικτο που χρόνια μετά το συζητούσα με τη μάνα και συμφωνούσε. Αγαπούσα τους ηλικιωμένους, που μου έλεγαν ιστορίες και εγώ από αγάπη είχα αναλάβει τα ψώνια τους. Προτιμούσα τη συντροφιά τους στο πεζοδρόμιο παρά το παιχνίδι. Αδικα δεν με έλεγε η μάνα «πορτογύρο»! Η μόνη που αγαπούσα από τις νέες ήταν η Ρίτα! Νοικοκυρά σε μια εποχή που το πλύσιμο δεν είχε καλές σχέσεις με τα νοικοκυριά. Τα παιδιά της τα αγαπούσα και τα «ντάντευα» γιατί μύριζαν σαπούνι! Το χαρτζιλίκι που μας άφηνε ο πατέρας το ξόδευα στις γκοφρέτες ΜΕΛΟ που είχαν χαρτάκια με ηθοποιούς και ποδοσφαιριστές. Παγωτό ξυλάκι και κύπελλο. Και το δίφραγκο που κρατούσα ήταν για τους βραδινούς ηλιόσπορους….Εκείνο το καλοκαίρι ήταν ο προπομπός, για όσα θα ακολουθούσαν. Η λατρεμένη μου εποχή, μάτωσε με πολλές «αποχωρήσεις». Είναι  γεμάτο από επετείους, γενέθλια, ονομαστικές γιορτές! Μια μείξη γεγονότων που σημάδι έχουν βάλει τις αστροφεγγιές μου…Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, η μάνα γύρισε παραμονή της γιορτής της!  Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως γ[...]



Περασμένες Πασχαλιές....

2017-04-16T13:49:23.472+03:00

Κάθε δέκα πέντε χρόνια ανεβάζαμε με επιτυχία το ίδιο έργο! Να σας «βάλω» κλίμα. Στην εξοχική κατοικία, ένα διαμέρισμα ανάμεσα στα είκοσι πέντε. Μια τεράστια αυλή για τα παιχνίδια των παιδιών.  Το σημερινό έργο, με βρίσκει στη ηλικία των τριάντα και κάτι… Ένα διαμέρισμα ίδιο με τα άλλα κάτι σαν τα ..προσφυγικά, 68τμ. Οι παππούδες (σόι) μου, τα παιδιά το ανδρόγυνο, τα αδέλφια μας και Πάντα η θείες Ιουλία και Τέρψη χήρες από επιλογή! [Δεν τις άντεξαν και έσκασαν οι μακαρίτες, Θέ μου σχώρα με ] καλεσμένες της πονόψυχης μάνας μου! Ολη τη Μ. Εβδομάδα πηγαινοερχόμουν στο μικρό μπακάλικο και τη μανάβισσα. Η μάνα μου, στην κουζίνα, μια και άλλος δεν χωρούσε. Πάλη με τα κουλούρια.. τα  τσουρέκια που σαν τα δικά μας, Κανένα! Μ. Σάββατο είχε φτάσει το αρνί, τα εντόσθια, τόνοι μαρούλια.. ξέρετε εσείς! Δυο καρτέλες αυγά, που έψαχνα τόπο να τα ακουμπήσω! Ρούχα, τσάντες, αθλητικά, μαξιλάρια παπλώματα διασκορπισμένα μέχρι το πατάρι! Εγώ σε κατάσταση ..ψεκασμού με ηρεμιστικά, μάλλον εισπνεόμενων. Το μαρτύριο μου ξεκινούσε, από τη στιγμή που γύριζε η Μαρίκα [μάνα] τα έντερα. Κάποιες στιγμές σκεφτόμουν να πάρω τις σούβλες και να τρέχω στα όροι τα’ άγρια βουνά! Ηξερα πως θα γινόταν η μάχη του κοκορετσίου και του κατσικίου! Σας μιλάω για πόλεμο! Όλοι είχαν διαφορετικές απόψεις! Εγώ στη βεράντα με τον πατέρα μου να πίνουμε το καφεδάκι μας και η Μαρίκα να φωνάζει.. «Μη και του δώσεις κουλούριιιιι». Το είχαμε ρίξει στην παρανομία! Εκτός από το σουβλιστό αρνί, «ρίχναμε και ένα μικρούλι στο φούρνο! Ο Χριστός αναστήθηκε και εμείς λιποθυμούσαμε από τη μυρωδιά του φούρνου! Επρεπε να το σιγοψήσει στους 80 βαθμούς να έρθει να λιώσει, μέχρι τη μεγάλη μέρα! Ολη τη νύχτα έπρεπε να τους ψεκάζω με Aerolin! Αν είχες την ατυχία να θελήσεις τουαλέτα την έβαψες.. πόσα κορμιά να πηδήξεις;;; Την επομένη κατέβαιναν δυο- δυο τις σκάλες για τους λάκκους!Στην αυλή στήνονταν τα τραπέζια και οι καρέκλες [του γύφτου]  που είχαμε σε ντάνες για την αυλή! Η Μαρίκα να τρέχει με τα πιάτα μη και δεν φάνε τα Δικά μας βλαστάρια από το Δικό μας αρνί, που φυσικά ήταν το καλύτερο!!!! Ηξερε από τα παιδικά μου χρόνια πως το κρέας δεν το ήθελα, αλλά δεν έχανε την ελπίδα της να με πείσει! Παίζει και να με είχε τάξει! Το κασετόφωνο με την εικοσάμετρη μπαλαντέζα, ν[...]



Ο θαλασσινός.

2017-02-22T13:29:06.415+02:00

Είχε τελειώσει το μεταπτυχιακό της και κατέβηκε στο νησί. Στους αγαπημένους παππούδες. Ήθελε να αποφορτίσει το μυαλό της, από τις προσπάθειες και τη μοναξιά του στόχου της. Να μυρίσει τα καλοκαίρια που πέρασε, την αγκαλιά της γιαγιάς που ανέδυε κανέλα και βανίλια. Ο παππούς την ξεχώριζε από όλα τα εγγόνια του, ήταν η μικρότερη του..Μέλωσε η ψυχή της. Περπατούσε στα υψώματα, με τα χέρια στη ανάταση, όμοια με τα συναισθήματα της! Δύο μέρες μετά, κατέβηκε στον κόλπο με τα γαλαζοπράσινα νερά, εκεί που έπαιζε με τα κουβαδάκια της και τα μαλλιά της ξάνθιζαν από τον ήλιο.. φώναζε η γιαγιά.. «θα σου έρτει καλό μου ηλίαση, έλα πίσω, σου έφτιαξα γεμιστά». Το δέλεαρ να γυρίσει.Εκείνο τα απομεσήμερο τα βήματα της την έφεραν στον κόλπο που έκαναν μπάνιο. Κρατούσε ένα θαλασσόξυλο και σκάλιζε την άμμο.  Σηκώνοντας το βλέμμα τον είδε. Ο καπετά-Δημήτρης, ο φίλος του παππού, καθόταν σε μια χαμηλή καρέκλα και κοιτούσε ολόισια την θάλασσα. Με το καΐκι του, ανάστησε τέσσερα παιδιά. Πολλές φορές ο παππούς πήγαινε μαζί του. Ηταν φιλαδέλφια από τα νιάτα τους. Τον πλησίασε….«Καπετάν Δημήτρη, τι κάνεις; Είμαι η Θεανώ, πώς να με γνωρίσεις τόσα χρόνια τώρα; Είσαι καλά;»«Βρε καλώς το καμάρι μου! Τι χαρά μου έδωσες; Πάνε χρόνια που δεν σε είδα, μα τα νέα σου τα μάθαινα από τον παππού σου. Συγχαρητήρια κορίτσι μου!» «Να καθίσω εδώ δίπλα σου;» «Μη ρωτάς, είναι χαρά μου»Του άγγιξε το ζαρωμένο χέρι και εκείνος με τη σειρά του την χάιδεψε, σαν να είδε ένα δάκρυ να στάζει στη γαλάζια φανέλα του…«Θεανώ μου, τούτη δω τη θάλασσα, την είδα για πρώτη φορά στα δέκα τρία μου, σαν φύγαμε από το χωριό, το κρεμασμένο στην πλαγιά της Γκιώνας. Τη ζωγράφιζα στο σχολείο, στο μάθημα μα δεν την είχα δει. Πρώτη φορά στον Περαία , σαν μετακομίσαμε στο νησί της μάνας μου. Την ερωτεύτηκα! Έμαθα να κολυμπώ και να χάνομαι στην αγκαλιά της. Μόλις γύρισα από το στρατό πήρα την πρώτη βάρκα μου και ανοίχτηκα, να φέρνω τις ψαριές μου. Μήπως σε κουράζω μάτια μου;» «Μα τι λες;  Από μικρή μου άρεσαν οι ιστορίες σου, τότε που ξεψαριάζαμε, θυμάσαι;»Έγειρε το κεφάλι της στο χέρι του και κοιτούσαν το πρασινογάλαζο νερό.«Την αγάπησα γιατί είναι μόρτισσα, νεράιδα, λικνίζεται,  σωπαίνει, ανατριχιάζει, φοβερίζει, προκαλεί, δεν είναι ποτέ ίδια! Σα γυναίκα μάγισσα, που σου π[...]



Τιμητικές πλακέτες!

2017-02-17T06:07:23.325+02:00

Όχι, δεν νομίζω να μας ξεπέρασε κανείς!Ετσι από το πουθενά βρεθήκαμε ως οικογένεια, να κάνουμε πρωταθλητισμό ιώσεων. Τώρα στόχο μας είχαν βάλει; Στοίχημα έπαιζαν; Δεν θέλω να σας γελάσω. Ένα «Σήκω εσύ, να πέσω εγώ» σε ασταμάτητους ρυθμούς.   Τα θερμόμετρα χόρευαν, αλλάζοντας παλάμες. Τέσσερα και ένα εφεδρικό!Χαρτομάντιλα εν δράσει, το ψυγείο γεμάτο σιροπάκια και γιαούρτια που επιβάλλονται και λοιπά μαντζούνια, ξέρετε εσείς.Στις γιορτές αλέθαμε τις βελουτέ σουπίτσες… [κουκουρου κου κου σουπίτσα] που λέει και το άσμα.Οποιοι ήταν απύρετοι εξυπηρετούσαν τους υπόλοιπους. Απαλλαγή βάρδιας είχαν μόνο οι μικροί, που πέρασαν δυσκολότερα με 5- 6 επαναλήψεις.Τελευταία και τυχερή, η μεγαλύτερη της οικογένειας βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου σε κλινική. Αρχίζει η παρέλαση φιλενάδων τρελών! Εισβάλουν με όσα απολυμαντικά γνωρίζετε, φίλοι μου και κάνουν το δωμάτιο αποστειρωμένο, περισσότερο και από μονάδα ΜΕΘ.Τι καημός, που πετάχτηκαν έξω κακήν – κακώς!Να χτυπάνε τα τηλέφωνα… να πηγαινοέρχονται τάπερ ανέγγιχτα, κρέμες, ρυζόγαλα, από τα χεράκια τους.Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα θετικά του Η1Ν1, άρχισαν οι ευφυείς ερωτήσεις που  Ολοι κάνουμε ..-Πού σε βρήκε βρε παιδί μου;-Μου την είχε στημένη, τον βούτηξα από το πέτο ρίχνοντας του κλωτσιές αλλά δυστυχώς στο πρώτο κεφαλο-κλείδωμα με νίκησε.Ατέλειωτες συμβουλές! Δέκα πέντε ημέρες μπουρ-μπουρ!Να είναι καλά!! Η γρουσούζα είμαι εγώ που δεν θέλω επισκέψεις και ντάντεμα! Ανάποδος χρόνος είμαι όντως!Αυτές τις ημέρες βρίσκομαι έγκλειστη για ενδυνάμωση. Εύχομαι να σταματήσει Εδώ!Τιμητικές πλακέτες θα μας απονεμηθούν από τον Ιατρικό και Φαρμακευτικό σύλλογο! Ευχαριστούμε για τη τιμή!   Να είστε καλά!   [...]



Εκείνος και Εκείνη

2016-12-02T10:00:40.791+02:00

Μόλις είχε γυρίσει κατάκοπος, από το ταξίδι. Γιόρτασε για λίγο με τους δικούς του και τους φίλους, τη νίκη του και ζήτησε να γυρίσει σπίτι του. Πέρα από τη χαρά του χάλκινου επάθλου, η αγωνία, οι προπονήσεις, τον είχαν τσακίσει. Ακόμα και η χαρά, τον κούρασε. Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο κάθισε για λίγο στην άκρη και την κοίταξε. Εβγαλε από την τσάντα το μετάλλιο και της το πέρασε…Σαν ένα χαμόγελο να διαγράφτηκε, κάτω από το λιγοστό φως του πορτατίφ.«Λες να με κατάλαβε;» σκέφτηκε χαμογελώντας.. Της μιλούσε και ας ήξερε πως δεν τον ακούει..«Θυμάσαι που με περίμενες, να γυρίσω  τρεις μήνες από το νοσοκομείο; Το κατάλαβα όταν γδύθηκα πως ανατρίχιασες με το ακρωτηριασμένο χέρι μου. Είχα πολλά νεύρα και δεν ήθελα να βλέπω κανέναν. Η μάνα ερχόταν διακριτικά, χωρίς μιλιά. Την είχε ορμηνεύσει ο γιατρός, πως θα περνούσα την περίοδο της παραδοχής. Οσο ήμουν μέσα έκανα τον σκληρό, έβλεπα τους φίλους και την αδελφή μου, χαμογελούσα και αυτοσαρκαζόμουν. Το λάθος ήταν δικό μου, περνώντας το στοπ, μα κανείς δεν  το συζήτησε ποτέ... Τα μάτια του πατέρα μου ήταν η τραγική εικόνα που δεν καταλάβαινε πως εξέπεμπε, αθέλητα!»Σηκώθηκε να φέρει νερό.«Αργότερα.. όταν αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με τον στίβο, πάλι μου χαμογέλασες και εσύ ανάπηρη σαν εμένα. Μου φαινόταν πως με καμάρωνες και προσπαθούσα να σου αποδείξω πως δεν τελειώνει η ζωή στο προσπέρασμα..»Φόρεσε τις παντόφλες του και σηκώθηκε. Εσπρωξε την καρέκλα της κοντά του..«Μη θαρρείς πως είναι εύκολο, να συνειδητοποιείς πως μια στιγμή σου αλλάζει τα όνειρα, πίστεψε με πως ακόμα το παλεύω με δικαιολογίες και αυτό το πείσμα να διαγράψω το λάθος μου.» Τέντωσε το αριστερό του χέρι και χάιδεψε τις χορδές της..Ο ήχος της αγαπημένης του κιθάρας, που μαζί  είχαν αρχίσει να γνωρίζουν την επιτυχία.. σα να του χαμογέλασε…     [...]



Η διαχείριση της μοναξιάς

2016-11-24T09:47:22.559+02:00

Ο πατέρας της, καθόταν στην αυλή του πατρικού σπιτιού τους. Όταν βγήκε στη σύνταξη ο καθηγητής, πήρε την καλή του και κατέβηκαν στα λημέρια που αναστήθηκαν. Η κόρη τους ανησυχούσε, ιδιαίτερα μετά το εγκεφαλικό, που τον ανάγκασε να βαστά μπαστούνι. Κάθε Σάββατο πήγαινε να τους κάνει συντροφιά, να βοηθήσει τη μάνα και να κουβεντιάζει με τον πατέρα. Προσπαθούσε να τον πείσει να γυρίσουν πίσω, στα Βριλήσσια. Το πατρικό τους ήταν και το δικό της σημείο αναφοράς, στα καλοκαίρια της που πέρασαν. Τα παιχνίδια με τα ξαδέλφια, τους λουκουμάδες της γιαγιάς, το χωνάκι παγωτό που έσταζε στα μικρά χεράκια της. Χωρίς «βολές», με τη σκάφη να κρέμεται από το καρφί στον τοίχο, εκεί που τους ξέπλενε έναν- έναν στη σειρά, κάνοντας οικονομία στο νερό. Τα ταψιά με τις πίτες να βγαίνουν από το χτιστό φούρνο της….Το θυμάται γερασμένο, όπως το άφησε η γιαγιά. Το μεράκι του πατέρα ήταν να το φτιάξει, όπως ονειρεύτηκε. Η μάνα δεν ήθελε, να τους επισκέπτεται τόσο συχνά, είχε την έννοια της ανομολόγητη. «Όταν θέλεις κάτι, που αφορά άλλον, ποτέ δεν λέγεται, ούτε στο παιδί σου» σκεφτόταν και ήταν στάση ζωής απαράβατη που αφορούσε σε όλους. Η σχισμή στο εντός της υπήρχε! Εκείνη πάλι, δεν έλεγε τα προσωπικά της. Πίστευε πως θα έφερνε πίκρα και όταν η ίδια το είχε ξεπεράσει, οι δικοί της θα σκέφτονταν το μοναχοπαίδι τους με στεναγμό, οι χαμένοι έρωτες, οι άντρες που αγκάλιασε και δεν έστερξε κανείς να μείνει. Αναλύσεις δεν έκανε. Ισως σε κάποιο στενό, συναντηθεί με τον έρωτα.Εκείνο το σούρουπο με την πολυχρωμία του, κάθισε δίπλα στον καθηγητή.-Μπαμπά μου, γιατί μου χαλάς το χατίρι; Επιασε να χειμωνιάζει πάλι εδώ θα μείνετε; -Κορίτσι μου, όταν ο άνθρωπος μεγαλώνει η μεγαλούπολη τον σκοτώνει. Δες τους ανθρώπους της ηλικίας μου πώς ψευτοζούν; Δεν είναι τα αγαθά που έχουν λείψει, τουλάχιστον όχι μόνον αυτό. Είναι η εσωτερική μοναξιά που τη διασκεδάζουν μεταξύ καφενείου και σπιτιού. Οι ίδιες κουβέντες, πεταμένες στο χρόνο με μαθηματική ακρίβεια, το βάρος των προβλημάτων πολλαπλασιάζεται.. δεν έχουν συνομιλίες, πέρα των τετριμμένων  και ας είναι είκοσι άτομα παρέα.- Μα δεν είχατε τόσους γνωστούς; Οι παρέες σας; Και μη μου πεις πως εκείνοι, ανήκουν στην κατηγορία που ανάφερες;- Ο καθένας κουβ[...]



Το χάσιμο..

2016-11-18T08:45:42.566+02:00


     
Η ταξιδιάρα τράτα μου, τραβούσε τη ρότα της και εγώ είχα λύσει τα χέρια μου από το τιμόνι της. Είχα χαράξει στο χάρτη πορεία μα η ζωή σκοντάφτει και δεν σου δίνει λόγο!
Ετσι σταμάτησα.. μισοπέλαγα και σας έχασα! Μου λείψατε!
Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω το γνωστό κλισέ .. «Όταν κάνεις όνειρα ο Θεός γελάει.» Νευριάζω με την έκφραση. Τι στο καλό Θεός είναι που ασχολείται με εμένα, [άλλη δουλειά δεν είχε] και είναι τόσο χαιρέκακος; Μη τρελαθώ!
Φουρτούνα- κάλμα και τραβούσα κουπί από τη σαστιμάρα μου, δεν έβλεπα το τιμόνι. Θα μου πεις μεγάλη γυναίκα είσαι τι περιμένεις;  Είναι αυτό το «κουσούρι», που έλεγε η μάνα μου, να πελαγώνω εύκολα! Στις χαρές και στα στενάχωρα. Η λογική πάει μια βόλτα και ξεχνιέται. Δεν το θέλω! Τώρα δεν αλλάζει μάτια μου το μυαλό. Πληθαίνουν όσα κουβαλάς από τα νιάτα σου.
Αυτό το πάνω- κάτω είναι ενοχλητικό σαν κουνούπι τον Αύγουστο.
Είδα στα μάτια των εγγονών μου, μια επίπληξη, να την πω; Ένα «δεν πας καλά;» και αποφάσισα να στρώσω πάλι από την αρχή τα σεντόνια μου, να περάσω από την πόρτα σας να σας καλημερίσω φέρνοντας σας γλυκά του κουταλιού.

Για εξιλέωση!   



Βικτωρία [συνέχεια...]

2016-05-08T08:09:59.994+03:00

Μετά από πολύ καιρό ανταμώσαμε με τη Βικτωρία. Με περίμενε, μια ζεστή μέρα, καθώς η Ανοιξη είχε αρχίσει να μας κλείνει το μάτι, πίσω από τη τζαμαρία της εισόδου, του γηροκομείου. Το χαμόγελο της, νεανικό και σπιρτόζικο πίσω από τις ρυτίδες.-Καλώς όρισες, είπε και μου έσφιξε, στις παλάμες της τα χέρια μου. Σήμερα θέλω να βγούμε, να περπατήσουμε και να σου δείξω το σπίτι, που άφησα άθικτο. Η αδελφή μου είναι σε καλά χέρια.Διασχίζοντας την αυλή με τις μυρωδιές από τις φορτωμένες νεραντζιές, βγήκαμε στον κατηφορικό δρόμο. Το πεζοδρόμιο στενό και τα αυτοκίνητα να στριγγλίζουν με την αποφορά της εξάτμισης.  -Δεν είναι καλή ιδέα ο περίπατος γύρισε και μου είπε. Καλύτερα να πάρουμε μια κούρσα. [πόσο καιρό είχα ν’ ακούσω αυτή τη λέξη..]Σταματήσαμε, σε μια μονοκατοικία στο Ν.Φάληρο. Δίπλα οι πολυκατοικίες, έμοιαζαν να θέλουν να τη πνίξουν.Την βοήθησα να κατέβει και εκείνη με κίνηση κοκεταρίας ανασηκώθηκε. Φτάσαμε στη σκουριασμένη αυλόπορτα, την έσυρε με το αδύνατο, ζαρωμένο χέρι της.  Τα δέντρα είχαν καρπίσει, οι τριανταφυλλιές τεράστιες, ένωναν το άρωμα τους με αυτό της αγγελικούλας..Μέσα το σπίτι μοσχοβολούσε πράσινο σαπούνι. Η Μαριέττα το περιποιόταν , κατ’ εντολή της.  Ένα σκηνικό μιας άλλης εποχής. Ανέγγιχτο στο πέρασμα του χρόνου.. καμιά «πινελιά» του σήμερα.Αποσβολωμένη κοιτούσα, τα σκαλιστά έπιπλα, τα κεντίδια, τις τραβηγμένες δαντελωτές κουρτίνες, που άφηναν τις λιγοστές αχτίνες να εισχωρήσουν, σ’ ένα σκηνικό με πείσμα αρνούμενο το σήμερα.Στο μαρμάρινο νεροχύτη, μια πήλινη  λεκάνη.. η βρύση μπρούτζινη.. το τραπεζομάντηλο υφασμάτινο σε πράσινο χρώμα και πάνω του σκαλιστά κρυστάλλινα μπιμπελό.-Δεν ανέχτηκα το πλαστικό, ακόμα και τα μανταλάκια μου είναι ξύλινα, μου είπε γελώντας.Στο σαλόνι σε μια γωνιά, δέσποζε μια  «κούκλα» μοδιστρικής. Είχαν στηρίξει κομμάτια χοντρού ξύλου, για να αποδοθούν τα χέρια ολάνοιχτα! Εκεί πάνω, στη γυναικεία, παράξενη φιγούρα, κρέμονταν ρούχα και στολίδια. Πλησίασα. Χάιδευα τα φορεμένα της… τα βραχιόλια.. τα κολιέ.. το επιδέξια στερεωμένο βελούδινο καπέλο…Από μέσα ένα βαρύ μαύρο παλτό. Φορέματα, βαριά,  σατινένιες ρόμπες, ένα γούνινο γιακά από αλεπού.. και όσο έφτανα προς τα έ[...]



Αργησα.......

2016-04-27T11:44:50.504+03:00

Άργησα να γυρίσω …Μου έλειψε αυτή η σελίδα.. η επικοινωνία μαζί σας που αγάπησα που μου έλειψε!Ο καθένας μας έχει τις στιγμές  που η κουρτίνα πέφτει…Που τα συρτάρια του ανακατώνονται…Χάνονται οι μυρωδιές, οι μουσικές, τα χρώματα, έτσι απρόσμενα.. Ηρθαν και στάθηκαν, ακάλεστα, χωρίς λόγο! Οι σκιές και οι χαρές ανάμικτες, κατέβαλαν προσπάθειες να με νικήσουν..Με κούρασε να τα βάλω στη σειρά, αλλά τα κατάφερα! Ταξίδεψα… στους ωκεανούς που κάποτε πέρασα, στα νεανικά μου χρόνια.Και το πλοίο άραξε, εδώ στο λιμάνι μου, με το τιμόνι ν’ ακούει τις εντολές μου! Υ/Γ. Η σκέψη σας, στάθηκε βοήθεια! Σας ευχαριστώ![...]



Προτιμώ τη μοναξιά μου!

2015-08-21T07:40:47.069+03:00

-Πες μου, γιατί επέλεξες τη μοναξιά; Τι είναι αυτό που σε πονάει;-Κουράστηκα..τι δεν καταλαβαίνεις;-Και πιστεύεις πως εδώ στην ερημιά σου, θα βρεις γαλήνη; Οι θύμησες όταν αναμοχλεύονται, γίνονται μαχαίρια! Δεν στο έχει πει κανείς; -Το ξέρω. Όμως διάλεξα να ακολουθήσω την απόφαση μου. Ισως δεν άντεχα, να συνεχίσω να ζω, τα ίδια και τα ίδια της κάθε μέρας που ξημέρωνε! Τώρα τον χρόνο μου τον ορίζω εγώ! Δε με κουμαντάρει κανείς! Κατάλαβες; Κανείς!- Μήπως και η μοναξιά δεν κάνει τα κουμάντα της;-Ασε τα μεγάλα λόγια! Την προτιμώ από τις παρεμβάσεις των άλλων. Να υπακούω, αμίλητη τις εντολές τους. Να με βάζουν στη δική τους θέληση, μήτε μια φορά να ακούσουν, αν μπορώ να παλέψω με την αντάρα. Αγαπούσα τα πρώτα χρόνια αυτό που ζούσα. Μου άρεσαν τα ταξίδια και η περιπέτεια. Δεν είχα φόβο.-Και τι ήταν αυτό που σε φόβισε;-Η έλλειψη στοργής. Δεν ήθελα να είμαι εκείνη που απλά διεκπεραίωνα τις διαταγές.-Κανείς δε βρέθηκε, να καταλάβει τι αποζητούσες; Τι ήθελες για να ανεβαίνει το κουράγιο σου;-Εκτός από το Νικόλα κανείς! Εκείνος μου μιλούσε, με χάιδευε, μου έλεγε όλα όσα τον βάραιναν. Πρώτα εμένα είχε.. η δουλειά του ήταν σε δεύτερη μοίρα. Και ξέρεις γιατί; Δεν ζητούσε πολλά! Μπορούσε να επιβιώσει με λιγοστά! Μου έλεγε.. «η ζωή δεν θέλει ταμάχι! Τη κουλαντρίζεις με όσα έχεις. Τα πολλά δεν σε κάνουν χαρούμενο. Αρκεί να σηκώνεις το βλέμμα στις ανατολές και στις δύσες. Κοιτάζουν κάτω και χάνουν το φως, οι ηλίθιοι»! Μαζί του ήμουν δέκα χρόνια. Δεν θα ξεχάσω τη μέρα που μιλούσαμε στο λιμάνι και έπεσε στην αγκαλιά μου. Εκεί ξεψύχησε!-Οι άλλοι που πέρασαν;-Με είχαν απλά να διεκπεραιώνω τη δουλειά μου, να μου δείχνουν τη ρότα τους, εκεί που εκείνοι ήθελαν να πάω! Δεν γνοιάστηκαν αν ήθελα να πάω αλλού... εκεί που θα ήθελα. Δεν είχα επιλογές! Κατάλαβες;-Κατάλαβα...-Τίποτα δε κατάλαβες! Από τη στιγμή που δεν συμφωνείς με την απόφαση μου, δεν καταλαβαίνεις τίποτα!Της χάιδεψα τις κουπαστές.. την έπλυνα με το θαλασσινό νερό. Η σκόνη και η άμμος την είχαν βρομίσει τη Μαριγώ, τη βάρκα που αγάπησε μόνο το Νικόλα!  [...]



Βικτωρία... ιστορίες από το γηροκομείο (συνέχεια)

2015-08-02T13:12:16.025+03:00

{Η αρχή στην προηγούμενη ανάρτηση}Την επόμενη εβδομάδα η Βικτωρία με περίμενε στο παγκάκι της αυλής. Είχε φορέσει τα καλά της, ένα καρό ταγιέρ. Τα μαλλιά της χτενισμένα και είχε κρεμάσει τα σκουλαρίκια με την κατακόκκινη πέτρα στο τελείωμα. Χρυσές βέργες στο δεξί καρπό, μια φιγούρα από το παρελθόν, που την πλαισίωνε η ανθισμένη πασχαλιά στο πίσω μέρος του πάγκου. Μου έδειξε με το χέρι να καθίσω δίπλα της. -Καλημέρα κα Βικτωρία.-Καλώς την! Απάντησε. Μου αρέσει η απλάδα της αυλής σαν μπαίνει η Ανοιξη. Πάντα αγαπούσα τις απλωσιές… της θάλασσας, του κάμπου, του βουνού.. έχω κάνει πολλές διαδρομές.. εξερευνούσα τις αντιθέσεις αυτής της χώρας της ευλογημένης! Μοιάζει σαν γυναίκα που γέννησε όμορφα παιδιά! Με τους ανθρώπους δεν ξανοιγόμουν εύκολα. Ημουν γλωσσού και ατίθαση για τα χρόνια εκείνα, που οι γυναίκες υποταγμένες στα πρεπούμενα που κάποιοι όριζαν και εκείνες σαν σκυλάκια ακολουθούσαν τ’ αφεντικά. Τα σκυλιά τα λυπάμαι, όχι τα αλήτικα, αυτά που τους πέρασαν τα λουριά, τα στείρωσαν να μη χαρούν αυτό που η φύση είχε δωρίσει. Ξεστρατίζω στις κουβέντες μου.. μη περιμένεις να σου βάλω σειρά στις σκέψεις, πηδώ από το ένα θέμα στο άλλο. Με κοίταζε ίσια στα μάτια. -Πώς με έπεισες να ρίξω την καρδιά μου στο πηγάδι και να ανασύρω τ’ ανείπωτα; Είναι που ακούς. Δύσκολο πράγμα να μπορείς ν’ ακούς τον άλλο. Σου υποσχέθηκα ν’ ανοίξω τα φύλλα της ζωής μου. Σαλιώνω το δάκτυλο και γυρίζω σελίδες… Από την πλαστική σακούλα έβγαλε τριμμένο ψωμί και τα περιστέρια πεταρίζοντας τσακώνονταν ποιο θα νικήσει στις μπουκιές.-Μεγαλώναμε, που λες, σε ένα δωμάτιο με μια μικρή κουζίνα και μια χέστρα με τη σιδερένια βρύση που γεμίζαμε νερό από τη βρύση της γωνίας. Εκεί στη Δραπετσώνα. Η μάνα μας έφτιαχνε καπέλα και δούλευε στο κέντρο του Πειραιά στη Κούλα την καπελού. Τ’ απογέματα «μπέρδευε» περίτεχνα σχέδια με το βελονάκι, το πιο μικρό νούμερο κλωστής και έβγαζε δαντέλες που πουλούσε ακριβά στις πελάτισσες της Κούλας, αυτές που είχαν παράδες και μάζευαν προικιά για τις θυγατέρες τους. Ο πατέρας δούλευε στου Κεράνη. Η Αρετή ακολουθούσε τη ζωή της μάνας, σαν τα σκυλιά που σου είπα. Εγώ πάλι ήμουν άλλη κεφ[...]



Βικτωρία... ιστορίες από το γηροκομείο

2015-07-24T10:03:02.718+03:00

Πλησίασε με βήμα διστακτικό. Η καχυποψία κρεμόταν στο βλέμμα της. Κάθισε στην αντικρινή καρέκλα. Ανάμεσα μας ένα τετράγωνο τραπέζι στρωμένο με ένα πλαστικό τραπεζομάντιλο λουλουδάτο. Με «ζύγιαζαν» τα θολά γαλάζια μάτια της. Σταύρωσε τα λιγνά ρυτιδωμένα χέρια, ενώ είχε τραβήξει το βάζο με τα πλαστικά λουλούδια στην άκρη.Ο θάλαμος ήταν ευρύχωρος και ένα αεράκι σήκωνε τις κουρτίνες, σ’ ένα χορό λικνιστικό… αργό.. Το σαλόνι του γηροκομείου άστραφτε!Ασάλευτες φιγούρες καθισμένες σε φθαρμένους καναπέδες, αναπηρικά αμαξίδια, παρακολουθούσαν τηλεόραση.Εγειρε το κορμί της μπρος και ψιθύρισε..  -Εγώ σε πιστεύω! Σεβάσου και του λόγου σου αυτά που θα σου πω! Με τους άγνωστους είμαστε καχύποπτοι. Μη θαρρείς πως δεν είμαστε και αναμετάξυ μας! Αλλοι λένε αλήθειες σαν βιτσιές και άλλοι προσπαθούν να χρυσώσουν τα χάπι της μοναξιάς. Δε με μέλλει. Μου αρέσει να ακούω, σαν του λόγου σου, χωρίς να κρίνω. Κριτής δεν είναι παρά μόνο ο Θεός, κατά πως λένε, γιατί του λόγου μου δεν το πιστεύω. Τι σόι Θεός είναι αυτός που θα με βάλει στο ζύγι του καλού με το κακό. Ας μου έδινε άλλες ευκαιρίες! Εβαλε νερό στο ποτήρι της από την κανάτα και το ρούφηξε να υγρανθεί το ξεραμένο της στόμα.-Με λένε Βικτωρία. Εκείνη που κάθεται στο αμαξάκι δίπλα από το παράθυρο με το πολύχρωμο σάλι είναι η αδελφή μου. Κοντοζυγώνω τα 90! Είμαστε δίδυμες με την Αρετή. Δεκαπέντε χρόνια είναι που έπαθε το εγκεφαλικό. Γεννήθηκαν οι γονιοί μας  στα ματωμένα χώματα. Στην αντικρινή πατρίδα. Η ζωή τους ξέρασε στη Δραπετσώνα, μέσα στο πλήθος των μεγαλύτερων, για να νοιώθουν σιγουριά δίπλα στα κουρέλια του διωγμού…που ακόμα μύριζαν αποκαΐδια και αίμα. Μπορεί να θάφτηκαν μ’ αυτή τη μυρουδιά. Οι δικοί μας στεφανώθηκαν στο εκκλησάκι του Αι- Διονύση. Γεννηθήκαμε σ’ ένα διωγμό διαρκείας. Οι Ελλαδίτες δεν μας καλοδέχτηκαν! Μας έβλεπαν σαν μιάσματα που ήρθαν να καταλάβουν τα δικά τους χώματα. Βλέπω την απορία στα μάτια σου!  Νομίζεις πως επειδή έτρεχε το ίδιο αίμα στα κορμιά μας, μας έβλεπαν σαν δικούς; Ας γελάσω! Όταν στάθηκαν οι ξεριζωμένοι  στα πόδια τους, δουλεύοντας σκληρά, «ξύπνησε» η κοκεταρία, η καθαρ[...]



Ο "Τότες" συνάντησε το "Ραμολίκιον"

2015-06-15T20:56:23.788+03:00

Καθόταν στο βράχο, εκεί στη μπούκα του λιμανιού. Είχε φέρει τις πετονιές του, τα δολώματα, το ψάθινο καπέλο του για αργότερα όταν έσκαγε ο ήλιος και άρχιζε την αιώνια διαδρομή του. Κάθε πρωί, χάραζε με τις πατημασιές του την ίδια διαδρομή. Αφηνε το σπίτι ορθάνοιχτο. Σαν να περίμενε κάποιους… αυτές τις λατρεμένες φιγούρες που χάθηκαν από τη ζωή του, σαν σε λίγα δευτερόλεπτα.. Και οι δυο τους είχαν το ίδιο φευγιό! Τους μιλούσε τα βράδια, κάτω από την κρεμαστή καντήλα. Μεγάλα κάδρα πλαισίωναν τις φωτογραφίες τους.. αν μπορούσε να τους αναστήσει μέσα από το μέγεθος! Δεν ήθελε να λησμονήσει καμιά στιγμή που έζησε πριν από το «τότε»!Στο νησί ήταν ο «Τότες»! Ο μοναδικός γιατρός που τελειώνοντας την Σχολή, επέστρεψε στο νησί του να παντρευτεί την κοπέλα που είχαν μεγαλώσει σε αντικρινά σπίτια. Η σκέψη της τον κουνούσε σαν το κύμα, που έσκαγε στο «δικό» τους βράχο και του έδινε ώθηση να τελειώνει σύντομα.Ολες οι μυρωδιές του νησιού έσμιξαν στη παντρειά τους.. οσμή από πασχαλιές, τριαντάφυλλα, φικιάδες και εκείνη η θάλασσα η πλανεύτρα που είχε κοπάσει, μόνο μια ανατριχίλα ανάδευε την επιφάνεια της….Τέσσερα χρόνια πέρασαν ως που να έρθει στη ζωή τους, ο Λευτέρης! Άλλο παιδί δεν απέκτησαν…Ολη η αγάπη τους στάθηκε ασπίδα στη ζωή του!Ο Αριστείδης ο «τότες» δόλωνε τις πετονιές. Αφοσιωμένος στις αργές κινήσεις του έριχνε τις πετονιές πέρα από το βράχο, όχι μακριά του, αρκεί να έριχνε! Ακούστηκαν πατημασιές. Ποτέ δεν έστρεφε το κεφάλι. Δεν τον ένοιαζε ποιος περνούσε δίπλα του, δεν καλημέριζε κανένα. Πάντα σκυφτός κοιτούσε το δρόμο, σαν να πατούσε στα ίδια αχνάρια. Οι συντοπίτες του, τον είχαν συνηθίσει και σέβονταν τη μοναξιά του.Ο άντρας πλησίασε. Κοντοστάθηκε κοιτώντας τον και κάθισε σε μικρή απόσταση.Εκείνος κοιτούσε το νερό.. τα βράχια..-Καλημέρα Αριστείδη σπασικλάκι! Ακουσε τη φωνή του και γύρισε.Τον κοίταξε με τη παλάμη αντήλιο στο μέτωπο. -Βρε το ρεμάλιον της πλατείας που έγινε ραμολίκιον!Αγκαλιάστηκαν…Στα πεντακόσια μέτρα ο Θωμάς σταυροκοπιόταν μέσα στη βάρκα του!-Γύρισα φίλε και συμφοιτητή! Είμαι στη σύνταξη πλέον, μετά από τόσα χρόνια στη [...]



Πρόσκληση - Παρουσίαση....

2015-06-04T09:10:27.396+03:00


Φίλοι μου θα ήθελα πολύ να συναντηθούμε.
Ετσι για ένα κρασάκι, μεζέ, μουσική.
Η παρουσίαση του βιβλίου μου είναι μια ευκαιρία...
Θα ήταν μεγάλη μου τιμή να είχατε το χρόνο και τη διάθεση αυτής της αντάμωσης.
Εστιάζω στη χαρά της συνάντησης.. μου είναι σημαντικό να μπορέσω να σας αγκαλιάσω!!!
Να σας ευχαριστήσω για όσα οφείλω στην αγάπη σας!!!






320 μίλια χαμένης αθωότητας

2015-05-30T15:21:29.330+03:00

Ενα απόσπασμα από το βιβλίο.. Το βράδυ έβλεπε το μισόγιομο φεγγάρι απότο ανοιχτό παραθύρι και καθώς έμπαινε η πνοήτης ζεστής γης ονειροπολούσε με την σιγουριάτων άγουρων χρόνων τα σχέδια μιας προσδοκίαςπου δεν ήξερε από πού θα ερχόταν και πώς, αλλάήταν σίγουρη για την έλευσή της.Για να αλλάξει ρότα έπρεπε να λύσει κάβο, νααπομακρυνθεί από τον τόπο που έζησε ως τα σή-μερα. Πώς και με ποιο τιμόνι; Είχε τη βιάση τωνείκοσι χρόνων της και τις αναστολές των πληγώνπου θα άφηνε πίσω. Δεν ήθελε να πληγώνει. Παρ-μένες αποφάσεις με πείσμα και αγνότητα. «Τώρακοντά να γίνει» παρακαλούσε «μη τύχει και ερω-τευτώ σαν τη μάνα και μείνω να απλώνω σκουτιάκαι να γεννοβολάω παιδιά». Έγραφε την τροχιάτου το φεγγάρι... πέρασε τα σύνορα του παράθυ-ρου. Αποκοιμήθηκε.Το πρωί έπλεκε τις κοτσίδες της Σοφίας στηναυλή και βλέπει τον Μιχάλη Μπεχράκη στο δρόμοτους.-Ε, πού είναι ο πατέρας σου;-Στο μαντρί, του απάντησε με την ψυχή να ξε-καρφώνει.Η μάνα πήδησε έξω και τη ρώτησε τι ήθελεστα μέρη τους.-Μάνα, λες να πει ο πατέρας το “ναι” σε τού-τον;, τη ρώτησε με αγωνία.-Κουζουλάθηκες μωρέ; Τι είναι ο πατέρας σουατσέλεγος (σπουργίτι); Γιδάρης είναι και αετός!Αφήνει ο αητός στα έρμα τα παιδιά του; Ποτές!Κάθισαν στο μεγάλο τραπέζι της σκεπαστήςαυλής και καθάρισαν κολοκύθια, μελιτζάνες, λίγεςμπάμιες και πολλές πατάτες να φτιάξουν στο χάλ-κινο ταψί το τουρλού. Είχε ανάψει το φούρνο ηΚλειώ αξημέρωτα να βάλει τα ψωμιά και μόλιςήταν έτοιμα θα έριχνε και το ταψί. Της Νίκης δεντης άρεσε, μα θα της τηγάνιζε δυο αυγά να τηςκατέβει το τουρλού.Καθάρισαν το σπίτι και μέχρι να μεσημεριάσειήσαν όλα έτοιμα. Φάνηκε ο Σήφης από πέρα. Ήτανλίγο αγριεμένος. Πέταξε την μαντήλα και έριξεμια βλαστήμια μέσα από τα δόντια του. Σαν από-φαγαν και σκούπισε η Κλειώ το μουσαμά με τηνπετσέτα κάθισε δίπλα του. Εκείνος ξεδίπλωσε τοάχτι του.-Ήρθε, μαθές, η χάρη του να με παρακαλέσειστην αρχή και να με απειλήσει στο τέλος-τέλος!«Δε θα έρθεις στην ανάγκη;» μου είπε «την πόρταμου θα χτυπήσεις αφού δεν μπορείς να βάλειςτάξη στο σπίτι σου, θα βάνεις στη ζήση σου;».Ακούς λόγια, Κλειώ μου; Απ[...]



Μάνα......

2015-05-10T08:38:47.734+03:00

Μάνα!Αυτή η λέξη ακουμπά όποια έφερε στον κόσμο τα αγγελούδια της..Οποια ανάστησε και αγάπησε τα παιδιά της..Οποια πάλεψε με ναρκωτικά, με ψυχικές ασθένειες, με παραβατικές συμπεριφορές χωρίς βαρυγκώμια! Η θεία, η γιαγιά, η Αγνωστη που έκλεισε στα φτερά της, μωρουδιακές πάνες.. σε ορφανά ή λησμονημένα στα ιδρύματα!Οποια έδωσε κομμάτια της ψυχής, σε παιδικές ψυχούλες που δεν  μπόρεσαν να μιλήσουν, να σταθούν όρθια, να της «επιστρέψουν» αυτά που απήλαυσαν άλλες..Οσες παλεύουν, με κακοποιημένα αστέρια, που εγκαταλείφθηκαν…Οποια γυναίκα δίνει, τη λατρεία της δίχως να περιμένει τίποτα!Ένα εύηχο ουσιαστικό για όσες Ανάδοχες, καμαρώνουν τα παιδιά που βγήκαν από άλλες μήτρες! Μέρα-μέρα.. στιγμή- στιγμή, χάρισαν το γέλιο σε όσα κορμάκια, είχαν χαραχτεί από τη βία.. επούλωσαν πληγές..Οι μάνες του "τρίτου" κόσμου που τα πλένουν με λάσπη.. που παρακαλούν για ένα εμβόλιο.. για λίγο ρύζι να το τυλίξουν στο ζυμάρι.. που ο "πολιτισμένος" κόσμος απλώνει το χέρι, με τα λουσάτα χρυσάφια, αρκεί να φωτογραφηθούν. Μάνες είναι εκείνες που ανιδιοτελώς προσφέρουν ιατρική βοήθεια εγκαταλείποντας τη βολή τους, τους δικούς τους, να δώσουν ένα χέρι βοήθειας ανυστερόβουλης! ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΜΑΝΕΣΑν με ρωτήσεις θα σου πω πως οι γιορτές ανήκουν στα παιδιά μας! Στη χαρά, τη λαχτάρα, την αγωνία, τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς.. στα εύκολα.. τα δύσκολα..Με τις σιωπές σας, ακούω δυνατότερα την αγάπη σας!Στάθηκα τυχερή! ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ![...]



Οι σκέψεις της Μυρσίνης

2015-05-04T20:12:59.299+03:00




Η Μυρσίνη βουτούσε το παξιμάδι της στο κακάο. 
Ολη μέρα δεν είχε προφτάσει να φάει τίποτα. Οι σκέψεις δεν την άφηναν. Μα ούτε και η λάτρα του ξένου σπιτιού που την πόρτα του πέρασε στα έντεκα χρόνια της...


«Γέρασα σε τούτη τη φαμελιά. Από τα χέρια της Πέρδικας που μ’ άφησε  ο πολυφαμελιάρης πατέρας μου, ως τα τώρα στα 45 μου. Και το σπίτι που άνοιξα με τη παντρειά μου, ξένο μου φαίνεται. Ακληρη με τον  τεμπέλη, που σιχάθηκα την ώρα και τη στιγμή που με στεφάνωναν, με δαύτον δεν κατάλαβα χαρά. Μάζευα τα απομεινάρια που άφηνε ο πατέρας από τα μιστά μου και σα μέστωσα, απαίτησα να παίρνω τα λεφτά της δούλεψης μου εγώ. Νισάφι! Τα μάζευα, καρτερώντας τη μέρα που θα ερωτευόμουν και θα άνοιγα το δικό μου σπίτι. Μα ένας δεν βρέθηκε στο δρόμο μου Παναγιά μου να πεταρίσει η καρδιά μου; Στα κρυφά μόνο αγάπησα, μα ήταν αμπόρετο να γίνει με παντρεμένο. Τον φύλαξα ως τα σήμερα μέσα μου. Δεν μπόρεσα να τον ξεχάσω. Όταν κάποτες μου είχε ζητήσει να συναντηθούμε κρυφά πέρα από το σπίτι της μάνας του Στυλιανού, αρνήθηκα. Μια βδομάδα μετά πήγα και άφησα φύλα δάφνης που έκοψα από τον κήπο, σαν να ήταν προσκύνημα σε τάφο. Εκλαψα και η καρδιά μου, ξερνούσε αίμα! Κάθε που πήγαινα να ανάψω τα καντήλια των πεθαμένων μου, πήγαινα και εκεί στον δικό μου τάφο! Τα βράδια που ξάπλωνα εκείνον  σκεφτόμουν. Καλά που έπινε ο Λίας και ερχόταν σουρωμένος, δεν έβλεπε την τύφλα του. Κάποτες τον λυπόμουν και δαύτον, μα έβρισκε φαγί και λεφτά για τους κράσους του. Αραγες να ήθελε άλλη ζωή και κείνος; Ποιος τον ξέρει. Οι κουβέντες μας βιαστικές και ανταμώνουμε τ’ απομεσήμερα που πάω να κάνω την πάστρα του σπιτιού. Με καλοπάντρεψε στα υλικά αγαθά η Πέρδικα, αλλά δεν τα χάρηκα. Του έχω πει πως πρέπει να κοιμούμαι εδώ και ησύχασα. Αχ! Λειψή μου ζωή!



6 σχόλια

2015-05-01T07:41:11.218+03:00





Πρωτομαγιές του '60

2015-05-01T07:47:20.299+03:00

Πρωτομαγιές…Πριν ξημερώσει έφευγες, με το καρό.. «δισάκι» σου.Η γιαγιά σε σταύρωνε πολλές φορές και φιλούσε τα ολόσγουρα μαλλιά σου. Μαθητής ακόμα! Και σε καμάρωνα δεκάχρονο παιδί ακόμα… Ο φόβος της μάνας.. που απειλούσε τα μικρότερα παιδιά να κλείσουν τα στόματα … «Αχνα»! Αυτή ήταν η απειλή! allowfullscreen="" frameborder="0" height="315" src="https://www.youtube-nocookie.com/embed/Xakec8awBbs" width="420">Αδελφέ μου που έφυγες νωρίς, δες από ψηλά το σήμερα! Δες πως ξεπουλήθηκαν οι αγώνες σου.. Δες πως καταπατήθηκαν, όλα όσα ονειρευόσουν, να αφήσει η γενιά σου, το αποτύπωμα της αρχής των εργασιακών δικαιωμάτων…Σάπισαν..Η σημαία σου κουρελιάστηκε, από τους αριβίστες συνοδοιπόρους σου!Ξεχάστηκε το γαρύφαλλο στο πέτο σου![...]



"ΤΟ ΤΖΙΠ" ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΑΣ!!!

2015-03-26T07:42:39.968+02:00

Oπως το έστειλε ο φίλος μας "ΜΑΧΑΙΡΗΣ". Το τζιπ!!!http://wwwmaxairisgr.blogspot.gr/!Είχε δημοσιευτεί παλιότερα!!Ειχανε μαζευτει ολοι σ ενα μεγαλο τραπεζι ..ολοι οι φανταροι που ητανε βοηθητικοι..ολοι οι γιωταδες δηλαδη οι ντακοτες που λενε και στο στρατο..ητανε λιγο πριν το σιωπητηριο και κουβεντιαζανε χαμηλοφωνα...ητανε ο γραφεας του δηκητη που μιλαγε ο κουτσος και οι αλλοι ακουγανε...τον ειχε που λες τον κυκλωπα προσοχη ο Μαρατος και τον εβριζε κανα μισαωρο..Κι αυτος ακουγε τις βρισιες και τις χριστοπαναγιες ακινητος κι αγελαστος ...Πολυ βρισιδι παιδες Τι καναγια τον ελεγε τι μαλ.. τι ατιμο τι ψευτη κι εκμεταλλευτη κι αλλα κιαλλα...ωσπου....Ανοιγει η πορτα και μπαινει ο λοχαγος με φορα και τσαντηλα γιατι ακουγε τα βρισιδια απο μακρυα...Ελα ρε ειπανε με μια φωνη ο κουρεας ο πανχοντρος και ο καντινιερης με τα πατομπουκαλα στα ματια και λιπον...Λοιπον ......Τι κανετε εδω κυριε ανθυπολοχαγε....λεει ο ελεφαντας[λοχαγος] ........κοκκαλο ο Μαρατος..και παει και στεκεται διπλα στον κυκλωπα...πηγαινε εσυ του λεει ο ελεφαντας και ο κυκλωπας πηρε τα ποδια στη μασχαλη κι εξαφανιστηκε.....Μολις εφυγε ο κυκλωψ ο λοχαγος τον αρχισε στις γρηγορες τον Μαρατο Μη σε ξανακουσω να βριζεις στρατιωτη γιατι θα σε στειλω στα ολμοβολα πανω στο βουνο....ο στρατος κυριε ανθλγε δεν ειναι για να λυνετε τα προσωπικα σας.....πηγαινετε.....Χαιρετουρα μεταβολη και δρομο ο Μαρατος....κιχ δεν εβγαλε ...Μα ειναι για φτυσιμο και ο μαρατος ειπε ο δημοσιογραφος με τη σκια στον πνευμονα και συμφωνησε και ο πλυμμενος με το ενα ματι που δουλευε στο πλυντηριο ρουχων του ταγματος και ο σωτηρης με το υ ο κουφος που δεν μιλαγε αλλα επαιζε φυσαρμονικα σα θεοςΜωρε μην τα βαζετε με το Μαρατο ειπε ο πατομπουκαλος. Αυτος και ο κυκλωψ ητανε φιλοι απο παιδια και συμφοιτητες στο πολυτεχνειο.....αριστοι ε .και φτιαχνανε μαζι μια μελετη να χτιζουνε σπιτια χωρις τουβλα και με μεταλλικο σκελετο...ελα ρε..ειπε παλι ο κουρεας....ναι ρε ..το ακουσα που το λεγανε ο διοικητης με τον ελεφαντα στο ΚΨΜ......αλλα ο κυκλωψ καλοκοιταγε την αδερφη το[...]



Θύματα θυμάτων...

2015-03-16T09:03:58.784+02:00

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε το bullying... μετονομασία της βίας, του τρόμου, της μαγκιάς.. βαφτίστηκαν με "ξενική" ονομασία.
Σαν να γινόταν γύρω μας μια πρωτόγνωρη κατάσταση.
Σα να μη ξέραμε πως υπήρχε πάντα.
Σα να μη  είχαμε δει τίποτα στον αγγελικό μας κόσμο..

Θύματα θυμάτων!

Η οικογένεια είναι η πρώτη φωλιά που θα δώσει το προφίλ του ενός ή του άλλου.
Το πιστεύω μου είναι πως όταν γίνεσαι γονιός δεν καθαγιάζεσαι.
Είμαστε ο εαυτός μας με ότι και αν κουβαλά αυτός!
Οσα έχουμε υποστεί, ξεπηδούν σαν τους δράκους των παραμυθιών, αν είμαστε αντιμέτωποι, στα πρώτα χρόνια μας με νευρικούς γονείς με μανάδες που μας εκτόξευαν "επίθετα".. βάζοντας μας ταμπέλες.
-Βλάκα!
-Ηλίθια!
-Θα γίνεις βουβάλι τρώγοντας, βλαμμένη!
Μη μου πεις πως δεν έχεις φάει χαστούκια γιατί πείραξες τα συρτάρια της μαμάς, γιατί έκοψες τα φύλλα της γλάστρας, γιατί σου έπεσε  ένα ποτήρι, γιατί δεν έκανες αυτά που το μικρό μυαλό σου δεν είχε την "εξυπνάδα" στα τρία σου να ξέρεις τα πάντα!
Λεκτική βία, που όσοι αναθρέψαμε παιδιά, δεν σκεφτήκαμε πως πυροβολούσαν την ψυχούλα τους!
Οταν έρχεται ο μικρός με το μελανιασμένο μέτωπο, ο πατέρας, σαν συμβουλή  του λέει...
-Μην είσαι ρε μαμάκιας! Ρίξε μπουνιές και αν σου πει η δασκάλα τίποτα θα έρθω να καθαρίσω Εγώ!
Σε θέλω μάγκα!
Αυτό το είχε ακούσει και από τον δικό του πατέρα!
Η βία γεννάει βία!
Πολλές φορές όμως και Αβουλία!

Μόνο που ο ίδιος έχει κλειδώσει στο μπάνιο το γιο του, στην πρώτη του αταξία! Τον έχει χαστουκίσει γιατί δεν ήθελε να αγκαλιάσει τη γιαγιά.Τον πιέζει να ζητήσει συγνώμη και εκείνο ντρέπεται, μα δεν του περνά από το μυαλό. Οταν το καταλάβει χρησιμοποιεί τη συγνώμη για να γλυτώσει και όχι γιατί την αισθάνεται.
Η βία αναπτύσσεται παρασιτικά, μέσα στην οικογένεια πρωτίστως και δευτερευόντως στο σχολειό!
Τα παιδιά δεν είναι κούκλες!
Δεν είναι αυτό που θέλουμε!
Δεν είναι άβουλα πλάσματα, που πρέπει να γίνουν, αυτό που εμείς θα καθορίσουμε!
Εχει τη δική του προσωπικότητα, που τη συμπιέζουμε να γίνουν, αυτό που σχεδιάσαμε στα μυαλά μας ! Τέλος!!!
Και ξεφυτρώνουν θύματα και θύτες, ανάλογα ποιες θα είναι οι επεξεργασίες στα παιδικά μυαλά τους.







Ηρθε το δεύτερο εγγόνι!

2015-02-25T12:06:50.864+02:00

Ελα αγαπημένε μου, να ζωγραφίσουμε στο νιόφερτο αδελφό σου, έναν ήλιο που θα λάμπει στις ζωές σας για πάντα! Και οι δυο σας φέρατε την ευτυχία στις ζωές μας!!Να του κρατάς το χέρι ότι και να συμβεί στο ταξίδι της πορείας σας! Αυτό που εύχομαι είναι να είστε «δεμένοι» με τις αόρατες κλωστές της αγάπης! Η αγκαλιά της μανούλας γέμισε… στα δυο της χέρια θα κρατά τον καθένα σας σφιχτά πλημμυρισμένη από άφατη χαρά!Και ο μπαμπάς θα «φουσκώνει» στο μεθύσι της πιο δυνατής χαράς!Και όλοι εμείς θα σας καμαρώνουμε!Είμαι ευτυχισμένη! Οι μωρουδίστικες μυρωδιές σας είναι  το καλύτερο αναλγητικό!Το γέλιο σας, διώχνει όλα όσα επιμένουν να με βασανίζουν… Θα λέμε τα δικά μας παραμύθια.. που δεν θα έχουν δράκους, θα είναι μελένια και θα φωνάζουμε «Ζήτωωωωω»!!!Ο δρόμος σας, να είναι στρωμένος σε ισιάδες..Και αν αργότερα συναντήσετε δυσκολίες .. τα αποθέματα αγάπης θα είναι εκείνα που θα σας κάνουν να τα βλέπετε μικρά και ασήμαντα!Οσα γράμματα και να μάθετε, εκείνο που θα σας κάνει να ξεχωρίζεται  είναι η Αγάπη!Κανείς δεν έγινε ευτυχισμένος, κουβαλώντας φθόνο, μίσος, ζήλια…Αυτά αντράκια μου γλυκά είναι για τους «σακατεμένους»..ΤόλμηΔιεκδίκησηΓνώσηΑυτά να έχετε στις καρδούλες σας!Σας λατρεύω!!!Σας ευχαριστώ!!![...]



Οι τριανταφυλλιές σου θ' ανθίσουν και πάλι...

2015-01-05T12:41:45.374+02:00

Ματίνα μου, μου φαίνεται πως ο Σιδέρης, άργησε απόψε. Ο σκύλος στέκεται στην εξώπορτα κουλουρισμένος. Αρα δεν έχει ακόμα φτάσει στη στροφή του δρόμου. Εξω έχει αρχίσει να ρίχνει τις πρώτες νιφάδες, Μην ανησυχείς, σκέπασα όλες τις τριανταφυλλιές σου. Πρώτα με λινάτσα και μετά με το χοντρό πράσινο νάιλον. Όπως έκανες κάθε χρόνο. Ναι έβαλα και τα στηρίγματα να μη τραυματιστούν. Αυτό δεν μου τόνιζες κάθε φορά? Φέτος θα έχουν περισσότερα λουλούδια, θα ευωδιάζει ο τόπος την Πασχαλιά! Μέχρι τον Οκτώβριο ήταν γεμάτες με χρώματα! Πόσα χρώματα! «Η γη ανασταίνει» έλεγες από όταν ήρθαμε στο χωριό. Δεκατρία χρόνια! Ντρέπομαι να προσθέσω και τα είκοσι που είμαστε μαζί. Ημουν ένας δειλός! Και εσύ η αφοσιωμένη μου Ματίνα, που στερήθηκες τα νιάτα σου, για μια αγάπη που δεν την άξιζα… Ο επιτυχημένος και συμβιβασμένος Αλέκος σου! Οταν συναντηθήκαμε τυχαία, στην παράσταση στο Ηρώδειο το μυαλό μου θόλωσε! Θυμήθηκα τα μαθητικά χρόνια, στο Παγκράτι. Στεκόμουν με τις ώρες έξω από το φροντιστήριο σου, να σου πιάσω το χέρι και να σε πάω μέχρι την Αστυδάμαντος, στο σπίτι σου. Κάποια Σάββατα πηγαίναμε, εσύ σκαστή με ψέματα στους δικούς σου και εγώ φοιτητής, στις μπουάτ….Λάκης Παπάς… Ζωγράφος,, Κουμιώτη… Πουλόπουλος.. βερμούτ που το δικό σου το άφηνες για εμένα, κάπνα και η ορμή της νιότης μας να καλπάζει.Εκείνο το καλοκαίρι που γύρισα, από τη Πρέβεζα σε είχα χάσει! Για πάντα πίστευα. Κοινούς γνωστούς δεν είχαμε. Ολος ο κόσμος εσύ και εγώ….Εξω από το Ηρώδειο σου έπιασα το μπράτσο. Τι ζέστα Θεέ μου!   Και εκείνο τι υγρό σου βλέμμα… Η οικογένεια μου έλειπε σε διακοπές.Ένα μήνα άφησα να περάσει μέχρι να βρω το κουράγιο να σου πω πως ήμουν παντρεμένος, με δυο κόρες.Σε άφησα να πάρεις τους κάβους στα χέρια σου. Θα τους έλυνες ή θα τους πέρναγες στη δέστρα. Προτίμησες το δεύτερο, μετά από μήνες σκέψεων και τύψεων!Ο κύκλος άνοιξε και μας ρούφηξε!Και εγώ ο θύτης σ’ έριξα στο ποτάμι των αδιεξόδων! Να κολυμπάς στη μοναξιά σου.. να κρα[...]



ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ!!!

2014-12-25T06:16:56.615+02:00



ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ!!

Υγεία, χαρά, αγαλλίαση ...

Να είμαστε καλά, να ανανεώνουμε τις ευχές μας ...

Να φύγουν τα σύννεφα...  

Να έρθουν πίσω όσα χάσαμε... 

Αντοχές και πείσμα στην πραγμάτωση των προσδοκιών μας...





Το κλειδί είναι δικό μου.

2014-11-03T10:50:23.712+02:00

Τα κτίρια όμοια , σκούρα , κολλημένα, με παράθυρα χωρίς παραθυρόφυλλα. Κατέβηκαν από το λευκό φορτηγάκι και μπροστά στη καφέ πόρτα, ακούμπησαν δυο καρό βαλίτσες και δυο ξύλινα κιβώτια, δεμένα με σχοινιά. Ο οδηγός χτύπησε ένα κουδούνι. Λέξη δεν αντάλλαξαν. Σε ποια γλώσσα άλλωστε! Στο κάδρο της πόρτας φάνηκε μια παχύσαρκη , ψηλή γυναίκα που τους έκανε ένα αγέλαστο νεύμα  να περάσουν μέσα. Ενας μικρός διάδρομος αντάμωνε την ξύλινη σκάλα. Μπρος η στρυφνή, πίσω η Αννιώ και ο Ζαφείρης που έτρεμαν από το κρύο. Ξεκλείδωσε, αφήνοντας χώρο να περάσουν  και έφυγε. Σαστισμένοι κοίταζαν το χώρο. Οι τοίχοι ντυμένοι με ταπετσαρία θαμπή ποτισμένη τσιγαρίλα , ένα τραπέζι με τρεις καρέκλες, κάτω από το παράθυρο με τη σκούρα κουρτίνα, ένα κρεβάτι διπλό κολλημένο στον τοίχο. Ενας νεροχύτης με τα ντουλάπια που δεν έκλειναν από το φούσκωμα. Μια στενή πόρτα οδηγούσε, στη τουαλέτα. Αυτή η αφόρητη μυρωδιά….-Τουλάχιστον έχει ζέστη , μίλησε πρώτος ο Ζαφείρης.Η Αννιώ είχε καθίσει στην άκρη της καρέκλας τραβώντας την κουρτίνα. Ψιλές σταγόνες χιονιού έπεφταν στο τζάμι και στη ψυχή της.-Πώς είπες πως τον λένε το τόπο; Τον ρώτησε.-Αμβούργο, πόσες φορές στο είπα βρε Αννιώ;  -Είναι που δεν θέλω να το μάθω! Τελειώνει αύριο ο Αύγουστος και εδώ χιονίζει… Παναγιά μου Δέσποινα, τι μας περιμένει εδώ; Να ξέρεις Ζαφείρη πως εσύ το αποφάσισες! Μη το ξεχάσεις ποτές!-Ακόμα και ως πότε θα μου το βαράς; Της απάντησε απαλά.-Για πάντα!Ανοιξαν τις βαλίτσες και κρεμούσαν τα ρούχα τα χειμωνιάτικα που μοίραζαν κάμφορα στη δίφυλλη ντουλάπα. Τους είχε προετοιμάσει ο Στέλιος, ο γείτονας να πάρουν χοντρά ρούχα και βελέντζες. «Μη ξεχάσετε γαλότσες , πλεχτές κάλτσες και μπότες, κοντές. Και εσύ Αννιώ να πάρεις παντελόνια και τα απαραίτητα του νοικοκυριού σου». Μια πετσέτα της κουζίνας έγινε ξεσκονόπανο. Βάλθηκε με λύσσα, να καθαρίζει με το πράσινο σαπούνι ότι "ακουμπιόταν". Μέχρι το βράδυ αργά όλα είχαν μπει στη θέ[...]