Subscribe: golem
http://alefmoha.blogspot.com/feeds/posts/default
Added By: Feedage Forager Feedage Grade B rated
Language: Greek
Tags:
Rate this Feed
Rate this feedRate this feedRate this feedRate this feedRate this feed
Rate this feed 1 starRate this feed 2 starRate this feed 3 starRate this feed 4 starRate this feed 5 star

Comments (0)

Feed Details and Statistics Feed Statistics
Preview: golem

golem



«Ποιος απ’ τους δυο μας γραφει αυτο το ποιημα εχοντας εναν πολλαπλο εαυτο, μα ενα και μοναδικο σκοταδι; Και τελικα, τι σημασια εχει τ’ ονομα



Updated: 2016-07-17T15:46:12.942+03:00

 



όταν γεννήθηκε η Αρασέλη, γεννήθηκαν μαζί της και οι μουσικές...

2015-11-20T14:08:13.105+02:00

Για την Αρασέλη και τις μουσικές τηςΓράφει η Ελένη Μπετεινάκη στο Cretalive Οι μουσικές της Αρασέλης, Ελένη Γκίκα, εικ: Σάντρα Ελευθερίου, εκδ. ΚαλέντηςΠάντα συμβαίνει όταν γεννιέται μια καινούργια ζωή. Πάντα ακούγεται μια μουσική που προετοιμάζει το δρόμο , άλλοτε δυνατή, άλλοτε γρήγορη, άλλοτε απαλή και σε κάποιους δεν σταματάει ποτέ. Έτσι και στη ζωή της Αρασέλης, που από εκείνη την πρώτη στιγμή είχε το χάρισμα. Το χάρισμα της μελωδίας του βιολιού που θα την συντρόφευε σε όλη της τη ζωή. Κάθε κίνηση, κάθε σκέψη, κάθε τι που περνούσε και χάνονταν στο χρόνο ήταν δεμένο με τη μουσική από αυτό το βιολί. Ώσπου κάποια στιγμή, σαν μεγάλωσε,το κορίτσι, ένοιωσε πως τούτο το θείο δώρο είχε αρχίσει να την πνίγει. Θέλησε να φύγει μακριά, να ψάξει και να βρει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και πάνω από όλα να βρει τον εαυτό της. Το ΄πε και το ΄κανε η Αρασέλη και χάθηκε ανάμεσα στον …κόσμο κι έγινε ένα με τη βουή των ανθρώπων μήπως και καταφέρει να σωπάσει εκείνη η μουσική που υπήρχε πάντα στα αυτιά, στην ψυχή , στο μυαλό της. Να ξεφύγει από τη μοίρα της…Και συνάντησε άλλους ανθρώπους, απλούς, καθημερινούς μα και παράξενους. Κι άκουσε, είδε, ένοιωσε και τις δικές τους ζωές. Κι αναρωτήθηκε, κι έψαξε να δει τι έκρυβαν μέσα τους, πίσω από τις λέξεις, τις πράξεις, τις ζωές τους. Θαύμασε έναν ζωγράφο που της μίλησε για τη μαγεία της δικής του ζωγραφιάς, έναν σοφό που της χάρισε μια σελίδα από τα αμέτρητα βιβλία που είχε διαβάσει. Κι η Αρασέλη είδε πάλι τον εαυτό της μέσα από αυτούς… Κι ένας παραμυθάς της θύμισε το δικό της παραμύθι κι ένα ακόμα για κάποιο παιδί που άρχισε πια να γίνεται σκοπός της δικής της ζωής. Θέλησε τότε να φτάσει ίσαμε τα πέρατα του κόσμου για να βρει τούτο το παιδί…Και το ταξίδι ως το μαγικό βουνό ήταν μακρύ, δύσκολο και παράξενο , γεμάτο εμπειρίες, αλλόκοτα πλάσματα της φύσης και της φαντασίας. Και κάποια στιγμή το βρήκε, εκεί στην κοιλάδα με τα Μυστικά… Ένα παράξενο παιδί μα τόσο οικείο σε όλους μας…Μια θαυμαστή ιστορία ενός κοριτσιού, του κάθε κοριτσιού που αναζητά τον εαυτό του, τις απαντήσεις στα ερωτήματα της ζωής . Μια μοναδική ιστορία της Ελένης Γκίκα… Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σε τούτο το βιβλίο; Κείμενο ή εικόνα; Το κείμενο ταξιδιάρικο, μαγικό, γεμάτο από μόνο του εικόνες, γεμάτο αλήθειες και τροφή για σ[...]



Για την "Αρχιτεκτονική της ύπαρξης" από τον Βάσο Η. Βογιατζόγλου

2015-04-23T19:22:57.927+03:00

Κάποιες φευγαλέες σκέψεις για την «Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης» της Ελένης Γκίκα, εκδ. ΚαλέντηΓράφει ο ποιητής και δοκιμιογράφος Βάσος Η. ΒογιατζόγλουΒουτηγμένη ως τον λαιμό στη ματαιότητα των πραγμάτων που σφίγγουν ασφυκτικά τη ζωή αλλά δεν καταφέρνουν τελικά να την καταβάλουν, «ζωή που διαρκεί» ξεκινώντας από την άχρονη αιωνιότητα, καταργώντας τον χρόνο, υπερβαίνοντας τη σύμβαση του μέλλοντος υπάρχοντας στο ΠΑΡΟΝ καθώς «όλο προδίδεται από την ίδια της τη φύση».Ετούτες οι σκέψεις και μόνο θα αρκούσαν να προσδιορίσουν το φυσικό ιδεόγραμμα μιας απέραντης αισθηματικής θάλασσας που καταθέτει η ποίηση της Ελένης Γκίκα, ώριμης, ακέραιης αισθητικά, άψογης τεχνικά, σ’ ένα κλίμα δεξιοτεχνικής λιτότητας, όπου η αίσθηση της λεκτικής και φραστικής οικονομίας υπερβαίνει την δυναστική αναγκαιότητα να ξεχειλίσουν οι συγκινήσεις και να κατακλύσουν τον κόσμο.Η Ελένη Γκίκα επιχειρεί μια κατάδυση στα μύχια του βιωματικού κόσμου των παιδικών της – και όχι μόνο- ονείρων, αναμνήσεων, ταυτίσεων, προσδοκιών και ελπίδων, πιασμένη χέρι- χέρι με την θεϊκή σκιά του πατέρα, περιδιαβάζοντας σ’ έναν κόσμο που πέρασε, που δεν πέρασε, που αντέχει στο βάρος των εικόνων, των γεγονότων, της θεάς ανάγκης, βαδίζοντας – η ίδια- «σαν την Οφηλία, λευκή και αμόλυντη, τρελή στους πέντε δρόμους», κουβαλώντας τα όλα «δεμάτι για τη δική της πυρά, ως το τέλος».Η Ελένη Γκίκα συνθέτει μια ποίηση αυστηρή, λιγόλογη, ουσιαστική με απόλυτη γνώση του περιττού, χωρίς ψιμύθια, χωρίς αισθηματικές φιοριτούρες, μ’ έναν λόγο απλό πεντακάθαρο, καίριο, ώριμο. Αποπνέοντας μιαν ειλικρίνεια σπάνια και μιαν αυτοπεποίθηση, κατακτημένη με φοβερούς αγώνες στα Γράμματα και με μιαν επίμοχθη και άκαμπτη επιμονή στην άσκηση του Ελληνικού Λόγου, οικοδομεί ένα απαράμιλλο προσωπικό ύφος, διαρκές, άλλωστε, ζητούμενο για κάθε ενσυνείδητο δημιουργό. Και σ’ αυτή την οικοδόμηση δεν διστάζει να κινηθεί από την έξοχη ρυθμική- και ιδεολογική- οικονομία της σελίδας 38 («Δωμάτιο ίδιο») ως τις πεζές, άχαρες και άχρωμες λέξεις (μπλαβής, άφτερ σέιβ, χλωρίνη κλπ) της σελ. 13.Θέλω να σημειώσω κάποιες σκέψεις που, αναπόφευκτα, ανασύρει η θέαση του Κόσμου που επιχειρεί η ποίηση της Ελένης Γκίκα. Δύσκολα μπορώ να απομακρυνθώ από κάποιες Καβαφικές απηχήσεις που, τουλάχιστον στο «Δ[...]



Η ζωγραφιά που ταξιδεύει, γράφει η Μαίρη Μπιρμπίλη

2015-03-22T23:05:10.341+02:00

Τίτλος: Η ζωγραφιά που ταξιδεύειΣυγγραφέας: Ελένη ΓκίκαΕικονογράφος: Έφη ΛαδάΕκδόσεις: Καλέντης, 2013Γράφει η Μαίρη Μπιρμπίλη στο www.elpiplexΗ γιαγιά Σοφία είναι ξετρελαμένη και περήφανη για την εγγονή της. Η μικρή Σοφία όλα της τα κληρονόμησε και κυρίως τα υπέροχα, κόκκινα μαλλιά της. Βλέποντας μέσα από τα μάτια της γιαγιάς η μικρή Σοφία έμαθε να αγαπάει τα μαλλιά της. Όλα αυτά μέχρι που πήγε στον παιδικό σταθμό. Καρότο τη φώναζαν τα παιδιά κι εκείνη έκλαιγε κρυφά. Πάσχιζε να κρύψει τα μαλλιά της μέσα σε σκουφάκια και θα τα είχε κόψει κιόλας αν δεν υπήρχε ο Ορφέας. Ο Ορφέας ήταν ο μοναδικός φίλος της Σοφίας στον παιδικό και λάτρευε τα κόκκινα, μακριά, μαγικά μαλλιά της. Η μικρή Σοφία όμως υποφέρει σιωπηρά μην μπορώντας να διαχειριστεί την κοροϊδία αλλά και τη διαφορετικότητά της. Μια έκθεση ζωγραφικής όμως θα γίνει αφορμή τα παιδιά να δουν με διαφορετικά μάτια τη συμμαθήτριά τους. Αλλά και η Σοφία θα βρει μέσα από τη ζωγραφική έναν τρόπο να εκφραστεί και να νιώσει ενδυναμωμένη.Τρυφερή και ευαίσθητη η ιστορία της Ελένης Γκίκα. Μας άρεσε η συμπερίληψη στο κείμενο της οπτικής των σημαντικών άλλων που αγαπούν και νοιάζονται και της οπτικής των συμμαθητών που κοροϊδεύουν.Έτσι δεν γίνεται άλλωστε και στη ζωή; “Μαγικά” και “φλόγα στον άνεμο” για τον Ορφέα και τη γιαγιά, “καρότο” για τους συμμαθητές της Σοφίας είναι τα μαλλιά της. Το θέμα είναι η ίδια η ηρωίδα πως θα επιλέξει να βλέπει τον εαυτό της και πως θα διεκδικήσει το σεβασμό στη διαφορετικότητά της.Η Έφη Λαδά εικονογραφώντας το βιβλίο άλλοτε ακολουθεί το κείμενο κι άλλοτε διακριτικά και με ευαισθησία αφήνει τις εικόνες της να πουν τη δική τους ιστορία. Τα πρόσωπα έχουν αποδοθεί με τη χαρακτηριστική ομορφιά και τα μεγάλα μάτια. Η ηρωίδα της είναι ταυτόχρονα το “κοριτσάκι της διπλανής πόρτας” αλλά και μια αέρινη, παραμυθένια ύπαρξη ενώ οι αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου στο φόντο των σελίδων αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο τα κατακόκκινα μαλλιά της ηρωίδας.Η ζωγραφιά που ταξιδεύει… μέσα από δραστηριότητες που μας ταξιδεύουν:o    Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από μόνο του μια δραστηριότητα. Το πλέγμα στα μαλλιά της ηρωίδας είναι ένα στοιχείο για να συζητήσουμε με τα παιδιά. Γιατί υπάρχει, τι συμβολίζει…o   [...]



Η ζωγραφιά που ταξιδεύει, γράφει ο Βασίλης Μόσχης

2015-03-22T23:08:51.550+02:00

Ο Βασίλης Μόσχης γράφει για το βιβλίο "Η ζωγραφιά που ταξιδεύει" της Ελένης Γκίκα, εκδ. ΚαλέντηςΣτο Ολύμπιον ΒήμαΕίναι δικαιολογία των μεγάλων ότι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά είναι γιορτές για τα παιδιά; Τι είδους δικαιολογία; Ότι οι μεγάλοι δεν συμμετέχουν στο εορταστικό πνεύμα αυτής της περιόδου; Είναι ένα παραμύθι που το ζούνε μόνο τα παιδιά; Και οι μεγάλοι; Ανεξάρτητα από τη μιζέρια των χρόνων μας, δεν συμμετέχουν και δεν απολαμβάνουν τη γοητεία και την αγαλλίαση των στιγμών τους.Η φαντασία των παιδιών προφανώς είναι πιο δημιουργική και ζουν το παραμύθι πιο έντονα και πορεύονται με αυτό! Ένα τέτοιο παραμύθι θα απολαύσουν οι μικροί αναγνώστες της Ελένης Γκίκα. “Η ζωγραφιά που ταξιδεύει” από τις εκδόσεις Καλέντη. Και γιατί όχι και οι μεγάλοι, διαβάζοντάς το παρέα με τους μικρούς αναγνώστες των παραμυθιών. Η μικρή Σοφία με τα κόκκινα της μαλλιά φαντάζει διαφορετική στα μάτια των συμμαθητών της στον παιδικό σταθμό. Οι μόνοι που την συμπαραστέκονται, η συνονόματη γιαγιά της και ο συμμαθητής της ο Ορφέας. Οι ώρες που περνάει στο σχολείο είναι εφιαλτικές για την Σοφία, αφού δέχεται συνεχώς τα κοροϊδευτικά σχόλια των συμμαθητών της. Η μητέρα της αμέτοχη στο όλο θέμα, δουλεύοντας συνεχώς για την επιβίωση. Ένα άλλο μεγάλο θέμα της εποχής μας. Πόσο κοντά είναι στα παιδιά οι γονείς τους; Μέχρι τη στιγμή που η μικρή Σοφία θα αποδείξει ότι δεν διαφέρει από τα άλλα παιδιά και ίσως είναι καλύτερη. Η ζωγραφιά που κάνει είναι η καλύτερη και όλοι μαγεύονται από αυτήν. Είναι μια ζωγραφιά που πετάει, μια ζωγραφιά που ταξιδεύει, μια ζωγραφιά που φτάνει στο αύριο, σε ένα καλύτερο αύριο. Ένα παραμύθι  για την ενδοσχολική βία, για το σχολικό εκφοβισμό, για το μπούλινγκ (bullying). Όπως και να το πείτε είναι ένα φαινόμενο που ακόμη καλά κρατεί και επηρεάζει μαθητές με σοβαρές παρενέργειες. Ένα παραμύθι, γενικότερα, για την διαφορετικότητα γιατί όλοι οι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι όλοι ίδιοι! Θα ήταν ανιαρό, εξ άλλου! Η εικονογράφηση της Έφης Λαδά, εκπληκτική και παραμυθένια, προκαλεί τη φαντασία να ταξιδέψει ακόμη περισσότερο και κάνει το παραμύθι ακόμη περισσότερο παραμύθι. [...]



«Είμαι λεύτερος. Όποιο δρόμο θέλω, διαλέγω’ διαλέγω τον ανήφορο. Αυτός μου αρέσει».

2015-03-01T15:40:55.935+02:00

Ο Νίκος Καζαντζάκης συνεχίζοντας τον Οδυσσέα του ΟμήρουΓράφει η Ελένη ΓκίκαΓια τα «Θεατρικά» τραγωδίες με αρχαία θέματα, «Οδυσσέας» και «Μέλισσα»"Μυαλό, γερό μυαλό μου, Εφτάψυχο χταπόδι που αρμενίζεις μες στ’ αρμυρά νερά μ’ αιώνιες ρίζες". Ο Ν.Καζαντζάκης συνεχίζοντας την παράδοση του Ομήρου και των αρχαίων τραγικών επιστρέφει με τον Οδυσσέα στην Ιθάκη του και φωτίζει την ανθρώπινη συνθήκη με τις αρχετυπικές συγκρούσεις της: πάθος για εξουσία και δικαιοσύνη, πατροκτονία και αυτοθυσία, επιστροφή στην πατρίδα και στο μεγαλείο της ψυχής. Ο "Οδυσσέας" του στις "τραγωδίες με αρχαία θέματα", γέροντας πια κι αγνώριστος επιστρέφει στην Ιθάκη του.«Να δώσουν οι Θεοί να δουν τα μάτια σουό,τι βαθιά ποθεί η καρδιά σου», ελπίζει.Αλλά εκεί τον περιμένουν απρόσμενες εκπλήξεις.Διότι μπορεί σε γενικές γραμμές να ακολουθεί τις τελευταίες ραψωδίες της ομηρικής Οδύσσειας, αλλά έχει επισημανθεί και η οφειλή του στο έργο του Χάουπτμαν "Το τόξο του Οδυσσέα". Κατά συνέπεια, ο Καζαντζακικός Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη ακριβώς την ημέρα που η Πηνελόπη αποφασίζει να παντρευτεί όποιον τεντώσει το τόξο του συζύγου της. Εύκολο, λοιπόν, η επιστροφή να τον γεμίσει απογοήτευση και θλίψη: η Ιθάκη είναι φτωχική και ταπεινή, η Πηνελόπη θέλει κάποιον άλλον, ο γιος του ο Τηλέμαχος ανυπομονεί να λυτρωθεί από την πατρική σκιά.Παρ' όλα αυτά, ο Οδυσσέας αποφασίζει να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Εμφανίζεται γέρος και αγνώριστος στο παλάτι, μαζί με τον Εύμαιο και τον Τηλέμαχο, που αγνοούν την πραγματική του ταυτότητα και οι μνηστήρες γλεντούν ανυπόμονοι για τον αγώνα, χωρίς να δίνουν σημασία στα ζοφερά προαισθήματα του Φήμιου, φέρονται περιφρονητικά στον ξένο, ο οποίος τους αφηγείται φανταστικές περιπέτειες και μιλά αινιγματικά. Όταν, ένας μετά τον άλλον, αποτυγχάνουν στη δοκιμασία του τόξου, ο ξένος πετά τα κουρέλια του και τεντώνει το τόξο, φανερώνοντας ότι είναι ο Οδυσσέας. Στο μεταξύ ήδη έχει αποδεχθεί: «Ποιάς Ιθάκης; Πατρίδα, μάθε, γέροντα,/ ο ναυαγός την πάσα γης λογιάζει», ναυαγός πια κι ο ίδιος στην ίδια του πατρίδα.Ο «Οδυσσέας» γράφτηκε το 1927 και πρωτοδημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Λ. Γερανός στο αλεξανδρινό περιοδικό "Νέα Ζωή", στο διάστημα Ιούνη- Νοέμβρη 1927. Κυκλοφόρησε [...]



«Η καθημερινή της διαδρομή, απ’ την κουζίνα στο γραφείο την κάνει ένα σώμα κομμένο στα δύο, άλλοτε να μυρίζει μελάνι κι άλλοτε ζυμαράκι αρωματικό»

2015-01-01T10:48:41.780+02:00

Για την Λίλιθ, το Μπολερό, και τη Γυναίκα της Βορινής ΚουζίναςΓράφει η Γιόλα Πετρίτση [στον απόηχο μιας υπέροχης βραδιάς από τη Λέσχη Ανάγνωσης Dega στο Μοσχάτο για να μπει το 2015 με αγάπη και τις ευχές του 2014, Καλή Χρονιά]Τι να πει κανείς για τη συγγραφέα Ελένη Γκίκα! Τον Κολοσσό της λογοτεχνίας! Μια σεμνή και πολύ χαμηλών τόνων προσωπικότητα.Λένε μερικοί πως δεν την καταλαβαίνουν όταν την πρωτοδιαβάζουν, γιατί τα μυθιστορήματά της είναι πυκνά σε νοήματα, φορτωμένα με πολλές πληροφορίες και μυστήρια πλοκής, οπότε χρειάζονται δεύτερη και ίσως και τρίτη ανάγνωση. Αυτό όμως συμβαίνει γιατί η Ελένη είναι μία συγγραφέας που έχει πολλές γνώσεις και θέλει να τις μοιραστεί με τους αναγνώστες και πιστεύω ότι αυτό κάνει τη διαφορά και την καθιστά μοναδική.Ο λόγος της ποιητικός, μοναδικός, εκφράσεις με σαφήνεια, με βαθιά νοήματα και με σωστή επιλογή λέξεων.Πολυγραφότατη σε πεζά και ποιήματα, όμως εγώ έχω διαβάσει μόνο τρία, για τα οποία μιλώ παρακάτω.«ΛΙΛΙΘ»Ένα μυθιστόρημα  με πολλές πληροφορίες, που για να τις μάθει κανείς θα πρέπει να διαβάσει τουλάχιστον 30 βιβλία. Διαβάζοντάς το συναντάμε υπέροχες περιληπτικές αναφορές άλλων μυθιστορημάτων, όπου φαίνεται το υπέροχο ταλέντο της Ελένης, που είναι η περιληπτική διήγηση των μυθιστορημάτων. Διακρίνουμε λοιπόν πολλά μυθιστορήματα μέσα στο μυθιστόρημα. Επιπλέον μέσα σ’ αυτό έχουμε πληροφορίες για: ψυχολογικά τεστ, ποιος είναι ή πώς πρέπει να είναι ο ιδανικός αναγνώστης, το πείραμα του Μίλγκραμ, το ανθρώπινο σώμα, επεξήγηση του εγκεφάλου, των αισθήσεων, της αναπαραγωγής, κλπ,κλπ. Κατά τη γνώμη μου εκτός από ένα μυθιστόρημα είναι ένα πολυσέλιδο λεξικό. Βέβαια το ουσιαστικότερο κομμάτι του μυθιστορήματος είναι οι υπέροχες ερωτικές επιστολές, χάριν στις οποίες πλέκεται το μυθιστόρημα. Είναι ένα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις και ακόμα έχει τη δυνατότητα επιλεκτικής ανάγνωσης, όπως μας έχει πει παλαιότερα και η συγγραφέας. «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ»Είναι ένα ποιητικότατο μυθιστόρημα, με μυστήριο πλοκής λόγω των κατά συρροήν δολοφονιών, που διαβάζοντάς το ανακαλύπτει κανείς την πολύ καλή γνώση της συγγραφέας επιστημονικών στοιχείων της ψυχολογίας και της μουσικής. Το θέμα της παρουσιάζει κα[...]



Ανασκαφή και Μυθιστόρημα

2014-12-17T17:37:27.592+02:00

Για την «Λίλιθ» της Ελένης Γκίκα, εκδ. Καλέντη, γράφει ο Βασίλης Βασιλικός Δημοσιεύθηκε στο literatureΤο «βιβλιοφιλικό» όπως σωστά το χαρακτηρίζει το οπισθόφυλλο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα θέλει να μας μεταφέρει ένα μήνυμα πολύ απλό: ότι αγαπάς έναν «άλλον» άνθρωπο για να μπορέσεις πραγματικά ν’ αγαπήσεις τον εαυτό σου. Ή για να το πούμε διαφορετικά: η δίοδος για ν’ αγαπηθείς από σένα είναι το πρόσωπο μιας άλλης αγάπης.662 σελίδες και με τις τέσσερις σελίδες που περιέχουν τα προηγούμενα έργα της φτάνουμε στο 6-6-6. Αυτό όμως δεν παραπέμπει στο γνωστό νούμερο της Αποκάλυψης ή στους παλιοημερολογίτες, αλλά στο έτος 2666 που αναφέρεται, μελλοντολογικά, σε κάποια σελίδα του βιβλίου. Αρχίσαμε με τη λέξη βιβλιοφιλικό, επειδή υπάρχει στο οπισθόφυλλο. Που όμως, δεν είναι καθόλου τέτοιο. Ναι, είναι αλήθεια ότι παρεμβάλλει ανάμεσα στις επιστολές βιβλία άλλων, ωστόσο αυτό γίνεται για απόλυτα δραματουργικούς λόγους, για να συντηρηθεί το σασπένς και για να φανεί η διαφορά της αθωότητας των νεανικών επιστολών από την ωρίμανση της ηρωίδας της Λιλίθ ή Μ. Με το χρόνο που έχει περάσει από τότε που τις έγραψε. Γιατί δεν αναφέρεται στα βιβλία που μας παρουσιάζει σε μιάμισυ δυο το πολύ σελίδες ως κριτικός της λογοτεχνίας (που είναι άλλωστε στην επαγγελματική της ζωή), αλλά ως συμπληρωματική εμπειρία της ηρωίδας που τα διάβασε. Και εστιάζεται μόνο σε ένα γεγονός: στο αδυσώπητο άλγος της αγάπης. Της γυναικείας αγάπης, θα πρέπει να πω, που συνήθως καταλήγει στην συντριβή εκείνης που αγαπάει. (Πάντα μέσα από τα μυθιστορήματα των άλλων). Έτσι η βιβλιοφιλία είναι όρος εμπορικός και σωστά μπήκε στο εξώφυλλο. Σκεφτείτε να έμπαινε αυτό που πραγματικά είναι και που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της σύγχρονης πεζογραφίας, παντού στο κόσμο: είναι «διακειμενικό» μυθιστόρημα. Που σημαίνει ότι χρησιμοποιεί ιστορίες άλλων για να διηγηθώ τη δική μου καλύτερα. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε πάλι για το βιβλίο ότι είναι υπαρξιακό θρίλερ. Και πράγματι είναι τέτοιο. Διαβάζεται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, γιατί, ξέρετε γιατί; γιατί δεν υπάρχει φόνος. Αναζητούμε το έγκλημα και δεν το βρίσκουμε, ενώ η συγγραφέας, με τον τρόπο που γράφει, αφήνει καθαρά τον αναγνώστη να [...]



Από λέξη σε λέξη και από συμβολισμό σε συμβολισμό

2014-12-17T17:32:09.536+02:00

 Ελένη Γκίκα, Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης, ποιήματα, εκδόσεις Καλέντη,2014Γράφει η Κατερίνα ΚαριζώνηΔημοσιεύθηκε στο Literature   http://www.literature.gr/i-katerina-karizoni-grafi-gia-tin-piisi-tis-elenis-gkika-i-architektoniki-tis-iparxis-ekdosis-kalenti-2014/Με αρχιτεκτονική διάθεση και  λόγο  ποιητικό ανιχνεύει η Ελένη Γκίκα  τον εσωτερικό  χώρο  της ύπαρξης στην  καινούργια ποιητική της συλλογή, η οποία ήδη απ’ τον τίτλο προδιαθέτει τον αναγνώστη  για την ιδιαίτερη αισθητική της. Ποίηση, αρχιτεκτονική, μουσική, μαθηματικά, αλλά και  παραμύθι  είναι τα στοιχεία που εμπλέκονται στην πρωτότυπη αυτή τεχνική και  της δίνουν  μια ξεχωριστή  ταυτότητα. Πρόκειται για ένα  ποιητικό ιδίωμα «δομημένο» με κοφτές φράσεις-υλικά  και εσωτερικό ρυθμό,  μια αυστηρή αριθμητική των λέξεων που αναπτύσσεται  πάνω σε κρυφούς μουσικούς και μαθηματικούς κανόνες. Αν και πεζογράφος η Ελένη Γκίκα  και μάλιστα με πλούσια –ενίοτε χειμαρρώδη- αφηγηματική γραφή, διακρίνεται για την  οικονομία του λόγου της, όταν γράφει ποίηση. Άλλωστε η ποίηση είναι ελλειπτικός λόγος και χάρη σ’ αυτή την ιδιότητά της, υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής γλώσσας  και μετουσιώνεται σε τέχνη.                                  Από  λέξη σε λέξη λοιπόν και από συμβολισμό  σε συμβολισμό,  μας ταξιδεύει η Ελένη Γκίκα  στην  ενδέκατη ποιητική  της συλλογή μέσα στα αχανή δωμάτια της ύπαρξης και  τα μυστικά τους: στο αυριοδωμάτιο, στο  σώμα-δωμάτιο, στο  άσπρο δωμάτιο, στο δωμάτιο-alef, στο  δωμάτιο-τέλος, στο  δωμάτιο-αρχή…. Μας ξεναγεί στην αρχιτεκτονική ενός δικού της  ποιητικού κόσμου, σε μια προσωπική χωροταξία των λέξεων- για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της-  όπου κυριαρχούν μυθικές μορφές  : ιππότες -ναίτες, μωρά σε κούνιες, άνθρωποι-δέντρα, ο πατέρας-γερασμένη βελανιδιά, κούκλες που μιλούν, αλλά και  ονειρικά σκηνικά και  υλικά  όπως  το  δάσος του πουθενά,  οι εκατό χουρμαδιές όπου φτάνει η σιωπή,  το σεντονάκι –καθρέφτης- γυαλί, το σπαθάκι –μολύβι- φτερό, οι-Κυριακές-του-μπαμπά,  το αγριομυστήριο.             [...]



δικές μας απόπειρες αιωνιότητας...

2014-12-10T14:26:25.386+02:00

Για την Λίλιθ γράφει η Γεωργία ΣτεφανάκηΜε τη Χάρτινη Λίλιθ πρωτοσυναντηθήκαμε μόλις, προχθές... Η Κούριερ με κάλεσε να παραλάβω μιαν επιστολή που είχε αρχικώς σταλεί σε λάθος διεύθυνση και που εναγωνίως έπρεπε να μου παραδοθεί. Η ευγενική υπάλληλος στο κατάστημα αφού έψαχνε αρκετή ώρα το παρ ολίγον ανεπίδοτο γράμμα... με μιαν αστάθεια ζυγίσματος βάρους μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα ίσως συνηθισμένη στους άνευ βάρους φακέλους λε...ς κι έχασε στιγμιαία την ισορροπία της επίδοσης και έτσι ο κίτρινος φάκελος αντί να μου παραδοθεί στα χέρια ,της έπεσε στο πάτωμα.. Σχεδόν ταυτόχρονα υποκλίθηκα και ‘γω και σχεδόν βουλιμικά συνέλαβα τον εαυτό μου να αναδύει απ΄ το σχισμένο χαρτί το βιβλίο.. Το εξώφυλλο, η γραμματοσειρά μιας καθαρής γραφής μα και η υφή ,το διαφορετικό άρωμα βιβλιοδεσίας λες και ικανοποίησαν όλες τις αισθητήριες απολήξεις μου και αδιαφορώντας για την εικόνα του να συνεχίζω να ευρίσκομαι στο πάτωμα(!) ,ξεκίνησα κλεφτά σε τυχαία σελίδα να διαβάζω.. «Ψάχνουμε το σκοπό του εκθέματος και προσπαθούμε να καταλάβουμε όλα τ άλλα την υφή, το βάρος του ,τη σκιά του στο φως ή υπο το φως της σελήνης’’.. έκλεισα απότομα το βιβλίο. Ήξερα πως μόλις καλωσόρισα στη ζωή μου έναν σίφουνα …..με τ όνομα ΛΙΛΙΘ.. Λίλιθ που στη γραμμική Β, η συλλαβική της γραφή μοιάζει ισοδύναμη του ΛΙ ΛΙ ΘΙ και μάλλον απεικονίζεται με δύο ίδια ανθρώπινα σύμβολα ανθρωπάκια δίπλα-δίπλα σε ένα τρίτο σύμβολο που ομοιάζει με σπήλαιο ή κατακόμβη, τούτη ήταν η πρώτη σκέψη μου.. Ξανάνοιξα το βιβλίο με την εικόνα μου σαν στήλη άλατος να στέκει στη 62 Μαρτύρων ίσα δυο μέτρα απ την έξοδο της γενικής ταχυδρομικής «Ερωμένη των μετάλλων βασίλισσα των βοτανιώνμε τη κουκουβάγια στη παλάμη σου εξορκίζεις τους δαίμονες.Κι όμως πονάς όταν σε κοιτάζουν οι Μητέρες καθιστές γύρω-γύρω μες στο αμφιθέατρο των αιώνων μάντισσες βέβαιες για την επιτυχία τουςπου παρακολουθούν τα ηλιοτρόπια να στριφογυρνούν ώσπου να σκοτεινιάσει η μέρα.Κι εγώ? γιατί δεν έτυχε ποτέ να γεννήσω? Τυχαίνει αυτό?Ή είναι επειδή το επιθυμώ, ή δεν το επιθυμώ?και εγώ γιατί δεν το επιθυμώ… λες και με χτύπησε άξαφνα ηλεκτρικό ρεύμα .. έκλεισα απότομα το βιβλίο .Αποτελεί άραγε αυταπάτη[...]



«Λίλιθ»: σαν τους κύβους του Ρούμπικ

2014-11-29T14:20:10.306+02:00

 Η «Λίλιθ» γράφτηκε σα να ήταν να πάθω αμνησία. Είχα 46 επιστολές στα χέρια μου, είχαν ατμόσφαιρα, πάθος, ύφος, στυλ, έρωτα κι ήταν τα γράμματα ενός κοριτσιού που γινόταν γυναίκα. Και ένας άνδρας, απών, ο παραλήπτης. Την σμίλευε. Ήμουν στη μέση του πουθενά, μεσήλιξ. Όλη η ιστορία μου πίσω, «ο αγώνας έληξε», κι η Φωτεινή η φίλη μου να επιμένει «όμως, όλα θα κριθούνε στα πέναλτι». «Η κεντρική ιδέα είναι η παράταση»Και η «Λίλιθ» ήταν «τα πέναλτι». Η δική μου «παράταση».Το έχω ξαναπεί και σίγουρα δεν θα πρωτοτυπήσω. Η ιστορία είναι κάπου εκεί έξω και, ή μας καταδέχεται, ή δεν μας καταδέχεται. Έχουν υπάρξει ιστορίες που μού έχουν αποκαλύψει για χρόνια μονάχα τον τίτλο (Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ). Ιστορίες που τις δημιούργησε ένα απομεσήμερο μοναχικό (Οι κούκλες δεν κλαίνε) και άλλες που μου τις χάρισε φίλος (Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς). Ιστορίες που μου άφησε αγαπημένος άντρας που χάθηκε αμέσως μετά (Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω) και τίτλοι που με περίμεναν χρόνια και χρόνια να μεγαλώσω, υπομονετικά (Η γυναίκα της Βορινής Κουζίνας).Η Λίλιθ γεννήθηκε σαν αστραπή. Τουλάχιστον, όσον αφορά τον τίτλο. Την έλεγαν Λίλιθ και δεν είχα άλλη επιλογή. Η μοναδική μου επιλογή ήταν το τί ακριβώς θα έκανα με την ερωτική ιστορία που είχα.Την θεώρησα πάρα πολύ σημαντική για να την κάνω απλώς ένα-ρομάντζο. Οι επιστολές ήταν δρόμος, φιλοσοφική κι υπαρξιακή στάση, ήταν διαδρομή. Αποφάσισα να σταθώ τίμια και να αφήσω εκείνες να επιλέξουν τον τρόπο. Γεννήθηκε τριτοπρόσωπα με ειλικρινή αφηγητή, δεν βιαζόταν να φανερώσει τα αφανέρωτα. Πάτησα επάνω στις σιγουριές μου, δηλαδή στα βιβλία και στη γραφή. Μια γυναίκα που γράφει ανακαλύπτει μιαν άλλη που γράφει. Η πρώτη, ιστορικές μελέτες και μυθιστορήματα, η δεύτερη ερωτικές επιστολές. Ο ενορχηστρωτής, ένας άντρας που παραγγέλνει την ιστορία στην πρώτη. Και μια πόλη, το Λονδίνο, που θα σταθεί καθοριστική. Ένα παλαιοβιβλιοπωλείο που θ’ αποτελεί την πηγή. Η αρχή της εξίσωσης θα είναι ακριβώς εκεί: σε μια ιστορία πραγματική και σε βιβλία που με καθόρισαν και μιλούσαν για μεγάλη, καθοριστική και μεταμορφωτική αγάπη. Συγγραφείς που σου αλλάζουν ζωή, που μου άλλαξαν τη ζωή.Η μο[...]



Στην τσάντα της ένα ασημόχαρτο με πέντε μαντλέν-φυλαχτό. Θα τον βρει, δεν μπορεί, αφού κρατά τις μαντλέν! [από την "Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας"

2014-11-29T14:13:09.163+02:00

Δεν ξέραμε ότι το μέλλον μάς επιφύλασσε τον κεραυνό!  Η Γυναίκα στο Ανατολικό Γραφείο  «Η πορεία των άστρων δεν είναι αέναη».  Άδειοι δρόμοι, άδεια βλέμματα· άδειες ζωές. Πάει να σκεφτεί: Μα τελευταία πώς γίναμε έτσι;  Το μετρό δε φτάνει στο Σύνταγμα, λέει· έχει φασαρίες, φωτιές.          «Η πορεία των άστρων δεν είναι αέναη          κι η τίγρη είναι ακόμη μια από τις μορφές που επιστρέφουν».         Μέσα στα σπλάχνα της κάτι απαγγέλλει αυτό που μέλλει να γίνει, ρυθμικά.         «Θα κατέβαινε στους δρόμους,          η ιστορία, η αγανάκτηση, η αγάπη».         Κατεβαίνει − είναι σίγουρη πως κάποιος την περιμένει μες στη φωτιά.             Κατεβαίνει με τα πόδια, δίχως ίχνος οργής. Με μεγάλα βιαστικά βήματα, για κάτι που επείγει· που είναι δικό της και την περιμένει εκεί.          Εκεί πού;          «Όταν η αδικία γίνεται νόμος, τότε η αντίσταση γίνεται καθήκον» −άθελά της θυμάται αυτό το παιδί.         Δεκαπέντε χρονών, χτυπημένο από γκλοπ, δακρυσμένο από δακρυγόνο.         «Κλαίμε και μόνοι μας!» − το βρήκε τόσο σπαρακτικό!          «Η χαμένη Γενιά της Κρίσης» − και ποιος το αποφασίζει;         Και η δική μας γενιά; Η κερδισμένη γενιά; Η πλανημένη; Η αδηφάγα;          Ο Κρόνος που κινδυνεύει, ηθελημένα ή αθέλητα, να φάει τα ίδια του τα παιδιά.          «Το τραγικό στερέωμα, το σύμπαν, δε βρίσκονταν εδώ         κι έπρεπε να το ψάξουμε στα περασμένα».  Το πρώτο που βλέπει είναι η λάμψη απ’ τις κροτίδες εδάφους. Αμέσως μετά θα ακούσει φωνές. Στη συνέχεια καπνοί, και τα Ματ σαν τους πήλινους στρατιώτες στην Κίνα − τόσο ψεύτικοι όλοι, και τόσο μοναδικά αληθινοί! Από το υλικό των ονείρων πλασμένοι, που κάνουν θρύψαλα τα όνειρα.         Στο πλευρό της ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι − κάποτε, αυτή. Ένα αγόρι τρέχει δίπλα της χτυπημένο − κάποιος τον κυνηγά[...]



“Λίλιθ” της Ελένης Γκίκα, Εκδ. “Καλέντης” γράφει ο Αντρέας Κούνιος στην “Αλήθεια” της Κύπρου

2014-08-06T16:02:03.286+03:00

Αλλά θα είναι σαν να παραδέχεται ότι ήδη το βρήκε Τα έχασα. Αλήθεια σας λέω, τα έχασα. Η Ελένη Γκίκα καταγράφει, με τη βοήθεια μεγάλων στοχαστών της ανθρωπότητας, ιδιαιτέρως λογοτεχνών που μετέτρεψαν το σκοτάδι της ψυχής τους σε εκθαμβωτικό φως, τα μυστήρια του έρωτα, με ό,τι σημαίνει πια, στους καιρούς μας, ο έρωτας. Και ποιος έρωτας, εδώ που τα λέμε; Ο σατανικός; Ο αγγελικός; Ο έρωτας που προσφέρει ζωή; Ο έρωτας που προσφέρει θάνατο; Εκπληκτικής ωριμότητας κείμενα ποιητών και πεζογράφων μεταμορφώνουν το ευφυέστατο, σαν αίνιγμα, και αγωνιώδες, σαν θρίλερ, μυθιστόρημα της Γκίκα σε δοξολογία της ωριμότητας με την οποία προίκισε ο Θεός, αλήθεια, όμως, ποιος Θεός; εμβληματικές μορφές της γραφής που βυθίστηκαν, εθελοντικά, στον ζοφερό ωκεανό της ύπαρξης. Ή της ανυπαρξίας - είναι ζήτημα ερμηνείας. Βέβαια, για να μην περιοριστώ στα δάνεια επιφανών προσωπικοτήτων του πνεύματος, η γραφή της Γκίκα είναι όμορφη, όσο και η ανεμώνα που μόλις φυτρώνει στην όχθη του ποταμού. Η ηρωίδα της, σπαρακτικά ειλικρινής, ανασύρει από τα έγκατα της μνήμης της, αλλά και από τα σπλάχνα της Γης, εικόνες, πρόσωπα, στιγμιότυπα, αγάπες, μίση, βιτριολικές στιχομυθίες και, τελικά, τα πάντα καταλήγουν στην κεντρική πηγή που δεν είναι άλλη από τη γνώση. Μα, άμα το σκεφτείς καλύτερα, και η γνώση κρύβει πειρασμούς. Η γνώση κι αν κρύβει πειρασμούς.Πραγματικά, μην στερήσετε από τον εαυτό σας αυτό το σαγηνευτικό ταξίδι στον αντιφατικό, εξ ου και συναρπαστικό, κόσμο της λογοτεχνίας.«Πρωτεϊκή, γήινη και αστρική, υπακούοντας αθέλητα σε μια αλλόκοτη παράκληση, που κατά βάθος υπήρξε για κείνη διαταγή, η Λίλιθ θα ανακαλύψει μυστηριωδώς σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο σαράντα έξι ερωτικές επιστολές, και η τοξίνη των λέξεων θα της αλλάξει έκτοτε τη ζωή. «Από γράμμα σε γράμμα», θα αγγίξει την άβυσσο, θα βυθιστεί στο σκοτάδι της αμφιβολίας, θα αναζητήσει την ασφάλεια της δικής της ανασκαφής, μα τελικά θα γίνει η Μ. Θα θελήσει να μάθει, θα πονέσει, θα ερωτευτεί· και θα αρνηθεί. Και μπορεί να σωθεί».Σκονισμένα βιβλία που, ίσως, μένουν αζήτητα στο ράφι, ξεθωριασμένοι στίχοι που, όμως, λάμπουν σαν γαλαξίες, χυμώδεις αναφ[...]



Κριτική για το βιβλίο «Λίλιθ από γράμμα σε γράμμα» της Ελένης Γκίκα, εκδ. «Καλέντης» από την Τούλα Τίγκα

2014-08-05T14:23:23.098+03:00

Η Λίλιθ κι εμείς στην κρύπτη των λέξεων και των βιβλίων.  Γράφει η Τούλα Τίγκα.Η αναγνωστική μου συνήθεια έγινε ανάγκη όταν εισέβαλε ξαφνικά σε ένα από τα μεσημέρια του Ιουλίου μου η «Λίλιθ»! Έτσι δεν συμβαίνει πάντα με ήρωες και ηρωίδες , βιβλία και συγγραφείς που μας κατακτούν από τις πρώτες σελίδες; Και η Ελένη Γκίκα την ξέρει καλά αυτή την τέχνη: να μας κατακτάει με τη γραφή της μόλις βρεθούμε μπροστά στους ήρωές της . Λέω για το πρόσφατο βιβλίο της Ελένης Γκίκα από τις εκδόσεις Καλέντης «Λίλιθ, από γράμμα σε γράμμα» που με ακολουθεί από το Πήλιο εδώ στην Τήνο και θα με ακολουθεί για πολύ κι αφού τελειώσει το καλοκαίρι και οι μετακινήσεις μου. Από γράμμα σε γράμμα , από ξάφνιασμα σε ξάφνιασμα, από θάλασσα σε θάλασσα και από μέρα σε μέρα, στις αποσκευές μου και στη σκέψη μου αυτό το βιβλίο . Η Λίλιθ, ένα μυθολογικό σύμβολο και οι μύθοι που ακολουθούν το όνομά της. Η Λίλιθ που αγαπάει τις ανασκαφές «για να βαδίζει αντίστροφα προς τα πίσω και να μαντεύει εκείνο που δεν θα αλλάξει» αλλά και τις ανασκαφές εντός της «για να βρει τα κτερίσματα των χαμένων ερώτων της, των λαθών της και των προγόνων». Η Λίλιθ που έχει ένα σπίτι με τοίχους από βιβλία και πιστεύει πως «όλα είναι εκεί μέσα, στην κρύπτη των βιβλίων» και που προσπαθεί να «τακτοποιήσει το χάος της ερωτικής φουρτούνας της ακόμα μία φορά - ελπίζοντας πάντα για τελευταία φορά». Ο εκδότης της τής ζητά να γράψει μια ερωτική ιστορία. Αρνείται αρχικά, αλλά ενδίδει στο τέλος γιατί εκείνος επιμένει - εκείνος που είναι ένας άνθρωπος σημαντικός στον εκδοτικό χώρο αλλά αθέατος στις σελίδες του βιβλίου. Απών όμως γοητευτικός μέσα από τους στίχους που της στέλνει, μέσα από τα μηνύματα που αφήνει στον υπολογιστή της με αναφορές σε βιβλία και ποιήματα , μέσα από την παρουσία του στη σκέψη της και την επιμονή του να τη βάλει να γράψει μια ερωτική ιστορία, αυτή, τη Λίλιθ, για την οποία «ο έρωτας είναι πληγή». Τη στέλνει στο Λονδίνο να αναζητήσει την άκρη του νήματος και το θέμα της ιστορίας της. Και τα βρίσκει σε ένα πακέτο επιστολές μιας Μ. μιας άκρως ερωτευμένης κοπέλας που γράφει ερωτικές επιστολές – 46 [...]



Λίλιθ - από γράμμα σε γράμμα

2014-05-28T16:28:40.104+03:00

 
Έγινε Λίλιθ από μια παραξενιά της μάνας της. Σκότωσε γράφοντας –μόλις τεσσάρων χρονών– μιαν Ευτυχία που αγάπησε Κεραυνό. Φοβήθηκε έκτοτε τον έρωτα και το γράψιμο. Για χρόνια, αρχαιολογία και ιστορία, χρόνος τετελεσμένος, υπήρξαν μονόδρομοι. Μέχρι που υπάκουσε, αθέλητα, σ’ αυτή την αλλόκοτη παράκληση που κατά βάθος υπήρξε για κείνη διαταγή. Σαράντα έξι ερωτικές επιστολές σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο και η τοξίνη των λέξεων θα της αλλάξουν έκτοτε τη ζωή.
Ερωτικό, βιβλιοφιλικό, υπαρξιακό θρίλερ, με αλληλογραφία αληθινή.


βγήκαμε ναι...
 



Μια αφαιρετική ποιητική πεζογραφία

2014-05-07T12:56:38.427+03:00

 Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, της Ελένης Γκίκα εκδόσεις Καλέντη 2013 Μια αφαιρετική ποιητική πεζογραφία                                                             Γράφει η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου στο περιοδικό "Κλεψύδρα" του Μαίου Η Ελένη Γκίκα έχει χτίσει ένα δικό της ποιητικό σύμπαν και εκεί περιχαρακωμένη σαν παλιά πυθία ζωντανεύει οράματα και όνειρα και χρησμικές εντολές για να πλάσει πρόσωπα και  προσωπεία, σύμβολα και μουσικές παρτιτούρες και με μια γραφή άκρως ποιητική και αφαιρετική, με λόγο ελλειπτικό κι ωστόσο κυρίαρχο, ξανοίγει τις περιπέτειες των ηρώων της, που είναι περισσότερο περιπέτειες του μυαλού και της αναζήτησης μιας οντολογικής αλήθειας.     Διαβάζοντας το νέο μυθιστόρημά της “Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ”, αισθάνεσαι πως το μόνο συμπαγές και στέρεο σ' αυτό είναι η Μνήμη η ακοίμητη. Η μνήμη η ατομική και η μνήμη η συλλογική, σε μια σύγκλιση εξίσου ποιητική όπου το ατομικό υπερβαίνει το “πρόσωπο” και γίνεται συλλογικό, σαν αυτές τις συλλογικές μνήμες που κουβαλάμε από εμφυλίους και διχασμούς, από παθιασμένους έρωτες προγόνων, από αίμα σε στοιχειωμένα πυργόσπιτα.    Έγραφα σε παλιότερο κείμενό μου για την πεζογραφία της Ελένης Γκίκα: “Τα πρόσωπά της ροϊκά, σχεδόν αβέβαια, σαν ημιτελή, περιφέρουν από βιβλίο σε βιβλίο την κατακερματισμένη ψυχικότητά τους, πρόσωπα εύθραυστα, που καλούν τον αναγνώστη να συμπληρώσει τον ελλιπή λόγο τους, να επουλώσει τις ανοιχτές πληγές τους, να βιώσει τον απόλυτο ανεκπλήρωτο έρωτά τους που χάθηκε στις ρωγμές της καθημερινότητας”.    Στο νέο της μυθιστόρημα χρησιμοποιεί, θα έλεγα, μια γλώσσα συμβόλων. Όμως το κάθε  σύμβολο κουβαλά μια ιστορία που μπορεί να είναι από χώμα και μαγική δύναμη, όπως το “γκόλεμ” ή από φως και νόηση όπως το “άλεφ”. Ακόμα και τα πρόσωπα του βιβλίου η συγγραφέας τα “συμβολοποιεί” με τα περίεργα ονόματα που τους δίνει, ονόματα φορτισμένα και σημαίνον[...]



οι τόποι είναι οι άνθρωποι

2014-04-23T17:26:20.951+03:00

 «Η πόλη και η σιωπή» του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη. Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 493  «Πάντα ταξιτζής ήσουνα εσύ;» «Πριν ήμουν κάποιος που μια μέρα θα γινόταν ταξιτζής, μόνο που δεν το ήξερα». Θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς και «το βιβλίο της κρίσης». Ρεαλιστικό, επώδυνα ατμοσφαιρικό, λιτό και άμεσο, θα μπορούσε να είναι και το μυθιστόρημα – καθρέφτης της επώδυνης παρακμής μας. Ο ήρωάς του, όπως μας συστήνεται, «Αργύρης Τρίκορφος του Ιορδάνη και της Μερόπης» μέσα στα τέσσερα; πέντε; έξι χρόνια της διαρκούς πτώσης του, έπαθε και τα έχασε όλα: τη βιοτεχνία κουμπιών, το σπίτι και το εξοχικό, το αυτοκίνητο και τον τρόπο ζωής του. Τον φίλο του που δεν άντεξε κι έπεσε, τη σχέση του με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Κατόρθωσε παρά τούτα και «σηκώθηκε στα γόνατα», έστω και ενοικιάζοντας ταξί και σπίτι, με χρήματα που ακόμα χρωστά στους τοκογλύφους. Ξανάστρωσε τη ζωή του με τρόπο στριμωγμένο μεν αλλά αφάνταστα αξιοπρεπή, κρατώντας ακόμα ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του. «Κι όταν με το καλό επιστρέψεις και είμαστε ακόμη εγώ ταξιτζής κι εσύ ποιητής, με παίρνεις και θα έρθω να σε γυρίσω σπίτι σου. Με πληρώνεις τότε…» Αντέχει ακόμα να βλέπει, να λυπάται, να συμπονά και να «κερνά κούρσες», να αφουγκράζεται τον λυγμό και την σιωπή της πόλης, να μαγειρεύει μακαρόνια και να φροντίζει τα βράδια τα παιδιά του. Ακόμα και να επιστρέφει τα 349.150 ευρώ που θα τα βρει ανασηκώνοντας το πατάκι στο ταξί του. Παπαδιαμαντική φιγούρα με μια αγνότητα που παραπέμπει στον πρίγκιπα Μίσκιν, δηλαδή, στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, με αυτή την υπέρτατη πράξη καλοσύνης και δικαιοσύνης θα αντιμετωπίσει όλη την παράνοια της μπερδεμένης εποχής μας. Το καλό είναι κακό σήμερα, σχεδόν για όλους: για τον αξιωματικό υπηρεσίας που αισθάνεται να τον ακυρώνει η ακατανόητα καλοσυνάτη πράξη του Αργύρη και για τους τοκογλύφους, για την γυναίκα του και για τους συναδέλφους στην πιάτσα. Ό,τι υπήρξε ως χθές δίκαιο, σήμερα έχει γίνει άδικο, κι έτσι ο Αργύρης θα βρεθεί διπλά αντιμέτωπος, και με τους άλλους αλλά και με την ίδια την συνείδησή του. Με την δ[...]



Η ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας

2014-03-10T14:06:50.641+02:00

«14» του Ζακ Εσνόζ, Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδ. «Ίκαρος», σελ. 107 Τι μπορεί να σου συμβεί στ’ αλήθεια ένα Σαββατιάτικο απομεσήμερο του Αυγούστου; Όταν ο καιρός προμηνύεται τόσο καλός, δεν δουλεύεις, και πας με το ποδήλατό σου και το βιβλίο σου βόλτα στην εξοχή, τη στιγμή μάλιστα που είναι αρκούντως στρωμένη η ζωή σου; Έτσι ανώδυνα, ανάλαφρα και τόσο πολύ καθημερινά ξεκινά το αριστουργηματικό «14» του Ζακ Εσνόζ, με τον Αντίμ ν’ αποφασίζει να πάει με το ποδήλατό του μια βόλτα στους λόφους. Παραβλέποντας κι αγνοώντας ότι ζει στο 1914, σε μια ιστορικά κομβική χρονιά και ότι πατά σε φλέβα ιστορικών και προσωπικών γεγονότων. Εκατό χρόνια μετά από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και σε μόλις εκατό σελίδες βιβλίου, ξεκινώντας με μια ποδηλατική αυγουστιάτικη βόλτα στην εξοχή και τελειώνοντας με μια γέννα, ο συγγραφέας περιγράφει κι ανατέμνει όλο το ανθρώπινο δράμα: έναν πόλεμο που ξεσπά αναπάντεχα (τουλάχιστον για τους ήρωες του βιβλίου), κρατάει ελάχιστα (γι’ αυτούς ειδικά) και σκορπά τις τακτοποιημένες ζωές τους στον άνεμο. Ο  προστατευόμενος Σαρλ θα υπάρξει – τι τραγική ειρωνεία- ο πρώτος νεκρός, ο Αρσενέλ θ’ αυτομολήσει μη μπορώντας να βρει πουθενά τον Παντιολό, ο Μποσίς στο μεταξύ θα σκοτωθεί και μόνο ο Αντίμ ο ποδηλάτης θα σταθεί κατ’ όλους απίστευτα τυχερός, θα μπορέσει να επιστρέψει αφήνοντας πίσω στη μάχη μονάχα το δεξί του χέρι. Στο μεταξύ και μέσα σε εκατό μόλις σελίδες έχει γίνει απολύτως κατανοητό, ότι    «Ναι, αλλά απ’ αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι. Τα πράγματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος- μπροστά σου ο εχθρός’ πάνω σου, οι αρουραίοι και οι ψείρες’ πίσω σου, οι στρατονόμοι. Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ’ το να πάψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς, ελλείψει άλλης λύσης, ένα ωραίο τραυματάκι, κάτι σαν αυτό του Αντίμ που να σου εξασφαλίζει την αποχώρηση». Παρ’ ότι έξω από τον δικό σου εγκλωβισμένο προσωπικό κύκλο ζωής, όλα ανθίζουν, ξαναγεννιούνται, εξακολουθούν να ζουν, αναπνέουν: «Ο Αρσενέλ αφέθηκε να παρακολουθήσει τα σ[...]



Το τέλος της αυταπάτης και η αθέατη, μυστηριακή πλευρά της ζωής

2014-02-12T10:08:06.902+02:00

 «Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου- Πόθου. Εκδ. «Πατάκη», σελ. 300«Οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολλές προσεγγίσεις. Και μπορούν να ενεργοποιήσουν έναν κόσμο ολόκληρο μέσα μας. Λες μια λέξη ή σχηματίζεις μια εικόνα, και ξυπνά μέσα σου ένα ολόκληρο τοπίο, αναδύεται από την ομίχλη της ψυχής σου και σε γεμίζει ευφροσύνη ή τρόμο». Με τίτλο – δάνειο από ορφικούς στίχους «η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου της Ποίησης και του Ιστορικού Μυθιστορήματος επιχειρεί ένα ταξίδι διπλό: «απ’ την ψυχή προς την ψυχή» όπως το αποκαλεί η ίδια [και είναι και ο τίτλος του βιβλίου του ήρωά της] και από το παρόν στο παρελθόν. Η Αλέξια, δημοσιογράφος με ιδεαλιστικό τρόπο [επιθυμεί ακόμα να σώσει τον κόσμο] και ο Έκτωρ, ψυχίατρος με διεθνή απήχηση και ψυχαναλυτής της, συναντούνται κατ’ αρχάς για να σωθεί η Αλέξια από βαρύ ματαιωμένο έρωτα. Ο Στέφανος που τον είχε γνωρίσει στο «Γλυκό πουλί της νιότης» θα την εγκαταλείψει έντρομος στην εποχή της κρίσης, ακολουθώντας εκείνη που θα του εξασφαλίσει μια ζωή σταθερή. Αλλά σταθερές δεν υπάρχουν στη ζωή. Στο μεταξύ, όλοι οι ήρωες θα επιστρέψουν: ο Έκτωρ, στους νεανικούς του στίχους, στην ποίηση, στο χωριό του, στο πατρικό του και στο παρελθόν. Θα ξαναθρηνήσει τη μάνα, θα ξαναβρεί την θεία Μάρθα, τον αδελφικό παιδικό του φίλο, τον νεανικό, ερωτευμένο του αδελφό. Στο μεταξύ θα επιστρέψει και σε κείνον η Λάουρα, πληγή παλιά από το παρελθόν. Η Αλέξια, με αλλεπάλληλα πηγαινέλα, θα αναγκαστεί να βυθιστεί στο πιο αληθινό της εαυτό. Επιστρέφοντας, όμως, κι εκείνη. Στον Στέφανο που απόμεινε οίκτος, στο ρεπορτάζ της και στους αστέγους των Αθηνών, στο νησί της και στο στρατιώτη των Βάλτων, στα δικά της φαντάσματα που τη στοιχειώνουν, στο δικό της παρελθόν που λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης για το παρόν: «Τίποτα μέσα στο παρελθόν δεν είναι από μόνο του απειλητικό ή δύσβατο. Εξαρτάται από το πώς εμείς βιώσαμε τον χρόνο μέσα μας. Απειλητικό είναι μόνο το σκοτάδι που το καλύπτει. Αυτό το κάνει δύσβατ[...]



Ο άνθρωπος, πάντοτε, «μη μου άπτου»

2014-02-10T17:53:35.818+02:00

 «Ο πότης» του Χανς Φάλλαντα. Μετάφραση: Έμη Βαικούση. Εκδ. «Κίχλη», σελ. 423«Έχω την αίσθηση ότι δεν αντλείτε πραγματικά ευχαρίστηση από τις αξιοζήλευτες πραγματικά, επιτεύξεις σας. Βασανίζεστε […] Πιστεύω πως με οργή επιβάλλετε στον εαυτό σας τη δουλειά του συγγραφέα (το λέω προβάλλοντας βέβαια επάνω σας ένα κομμάτι του εαυτού μου), ενώ σας τρώει μέσα σας, του τυπογραφείου δεν διώχνει την οσμή του θανάτου που μας πνίγει» [επιστολή του Χέρμαν Μπροχ στον Φάλλαντα, 22.11.1937]Είτε μονολεκτικά και κατά πρόσωπο [«Ο αλκοολικός» του Τζακ Λόντον, «Ο Παίκτης» του Ντοστογιέφσκι] είτε περιφραστικά και ποιητικά [«Περί μέθης» του Παπαγιώργη, «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκομ Λόουρι] τα πάθη είναι θανατολαγνικά. Ο έχων το πάθος κι ο θάνατος. Δεν θα ξαναγυρίσω πίσω, ο Παπαγιώργης το έχει πει θαρρώ, το αλκοόλ είναι ένας τρόπος ν’ αυτοκτονείς. Ηδονικά κι αργά. Ενώ δυναμώνεις, κατά τα φαινόμενα, στην αρχή. Όπως ο ήρωας στο μυθιστόρημα «Ο Πότης». Όπως ο Ρούντολφ Βίλχελμ Φρήντριχ ή Χανς Φάλλαντα [από τον τυχερό- άτυχο Χανς και το άλογο Φάλλαντα που μιλούσε ανθρώπινα και του έκοψαν το κεφάλι των αδελφών Γκριμ]. «Φως πουθενά, όλοι είναι στα κρεβάτια τους, μόνο εγώ είμαι στο δρόμο, εγώ, ο Έρβιν Ζόμερ, χονδρέμπορος αγροτικών προιόντων. Όχι, όχι πια- κάποτε […] Ήταν κάποτε’ τώρα πάει… βουλιάζει, βουλιάζει ξεχασμένος απ’ όλους…»Ο Έρβιν Ζόμερ, παρ’ ότι πίνει από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη παράγραφο αυτής της, εν τέλει, αληθινής ιστορίας, το πρώτο σναπς, το σιχαινόταν, απ’ ό,τι δηλώνει το ποτό. Εξάλλου όσοι πίνουν, την κατάσταση μέθης επιθυμούν, όχι αυτό καθ’ εαυτό αρχικά το ποτό: «Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου κάθε τόσο και προχωράει ένα μισάωρο πιο κάτω. Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά». «Ο θησαυρός σου» σε κάνει αισιόδοξο, σε καθιστά ισχυρό, το λάθος αμβλύνεται όπως η πρώτη επιχειρηματική χασούρα του Έρβιν Ζόμερ, σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι με άλλα μάτια ακό[...]



Τι θεωρείται “επιτυχία” στο πένθος; Η επιτυχία έγκειται στο να θυμάσαι ή στο να ξεχνάς;

2014-02-06T15:24:47.240+02:00

Τζούλιαν Μπαρνς «Τα τρία επίπεδα της ζωής». Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης. Εκδ. «Μεταίχμιο», σελ. 161  «Όσοι δεν έχουν διασχίσει τον τροπικό της θλίψης δεν είναι σε θέση να καταλάβουν πως το γεγονός ότι κάποιος είναι νεκρός μπορεί μεν να σημαίνει ότι δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, δεν σημαίνει όμως και ότι έπαψε να υπάρχει».«Τα τρία επίπεδα της ζωής» τα υπογράφει ο συγγραφέας Τζούλιαν Μπαρνς [«England, England», «Άρθουρ και Τζορτζ», «Ένα κάποιο τέλος», «Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», «Ο διανοούμενος στην κουζίνα», «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ», «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια», «Πριν εκείνη με γνωρίσει»] αλλά τα βιογραφικά είναι διπλά: το δικό του, είθισται να υπάρχει το βιογραφικό του συγγραφέα, και το δικό της, η Πατ Κάβανα, τον παντρεύτηκε το 1979 και έζησε μαζί του μέχρι που πέθανε, το 2008. Αλλά και όλα τα χρόνια μετά. Εκείνο το χρονικό διάστημα που ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα, δηλαδή πια ο χρόνος επτά. Θα πρέπει κανείς να έχει βιώσει κάτι ανάλογο, ειδ’ άλλως, θα πρέπει να αρκεστεί στα μυθιστορηματικά. «Βάζεις μαζί δυο ανθρώπους που δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ, και άλλοτε ο κόσμος αλλάζει, άλλοτε όχι. Μπορεί να συντριβούν και να καούν ή να καούν και να συντριβούν. Μερικές φορές όμως συμβαίνει κάτι πρωτόφαντο και τότε ο κόσμος αλλάζει. Μαζί, μες στην πρώτη εκείνη έξαρση, την πρώτη εκείνη φλογερή αίσθηση ανάτασης, είναι καλύτεροι απ’ ό,τι είναι ο καθένας μόνος του. Βλέπουν μακρύτερα και βλέπουν καθαρότερα»Στο βιβλίο που αρχίζει παράδοξα με τις πρώτες πτήσεις του ανθρώπου, με αερόστατο και με πρόσωπα αναγνωρίσιμα και πραγματικά, συνεχείς με «μοιραίες» συναντήσεις εδάφους για να καταλήξει «κάτω απ’ τη γη» και με άφατο πόνο, εντελώς πια ανοιχτά, εξομολογητικά και σπαρακτικά.«Τα τρία επίπεδα της ζωής» κατά Μπάρνς: «Το αμάρτημα του ύψους», «Στην επιφάνεια», «Η απώλεια του βάθους». Όλα συγκλίνουν σε εκείνη τη μια και μοναδική ευλογημένη συνάντηση που έρχεται για να επαληθεύσει την κατά Κ.Σ.Λιούις «απαρηγόρητη λαχτάρα της ανθρώπινης καρδιάς για κάτι π[...]



οι εμιγκρέ και τα ελάχιστα εκείνα που αντέχουν στο χρόνο

2014-01-30T21:07:49.080+02:00

«Οι εμιγκρέ» της Ελένης Λόππα. Εκδ. «Γαβριηλίδη», σελ. 159 «Τι περίεργους κύκλους κάνει η ζωή, σκεφτόταν, καθώς την κοίταζε να μιλά με τόσο πάθος. Πώς ξαφνικά εισβάλει το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, κι εμείς μπλεγμένοι σ’ ένα περίπλοκο γαιτανάκι γυρίζουμε ασταμάτητα, περιστρεφόμαστε σαν τους δερβίσηδες, μη μπορώντας να βάλουμε τέλος στις αέναες περιστροφές, μέχρι το θάνατό μας! Κι ανάμεσά μας, άλλα πρόσωπα μπερδεύονται στους κύκλους μας, έρχονται και χάνονται, σαν τους κομήτες. Ο Μπορίς, η Νίνα, τώρα η Πάολα… Αχ, να μπορούσε κανείς να κρατήσει  για πάντα κάποιες μαγικές στιγμές…Να μπορούσε να μιλήσει ξάστερα στον άλλον και να του πει, με παιδική αθωότητα, χωρίς να φοβάται, μήπως φανεί στα μάτια του υπερβολικός ή αδύναμος: «Ναι, σε θέλω. Μείνε μαζί μου» ή «Πάρε με μαζί σου». Και η στιγμή η μαγική να συμπίπτει ακριβώς χρονικά με την επιθυμία του άλλου. Όμως… χανόμαστε σε ασύμπτωτους χρόνους ή φοβόμαστε να πάρουμε το ρίσκο μιας απόφασης». Στο καινούργιο της βιβλίο η Ελένη Λόππα, «Οι εμιγκρέ», «Ιστορίες ανθρώπων» όπως η ίδια το αποκαλεί, τρεις ιστορίες που αποτελούν πορτραίτα της Πάολας, του Μπορίς και της Ελένης, αλλά που κάλλιστα θα μπορούσαν να αποτελούν και ένα μεταμοντέρνο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, διασώζει μέσα από τους ήρωές τους και τις εκούσιες ή ακούσιες μετακινήσεις τους έναν αιώνα ζωής. Στην πρώτη ιστορία, «Η ιστορία της Πάολας, όπως την αποκαλεί, η ηρωίδα της ξεκινά από το Βουκουρέστι του Τσαουσέσκου, διαφεύγει με ταξιδιωτικό πούλμαν και ζητά πολιτικό άσυλο στην Κωνσταντινούπολη, μεταφέρεται για ελάχιστο χρόνο στη Ρώμη για να καταλήξει στην Νέα Υόρκη, στην πολυπόθητη Αμερική. Με αγωνία και αγώνα, με τύψεις, αφήνει πίσω της [μέχρι να τους καλέσει κοντά της] την μάνα της και την κόρη της, κατορθώνει να διεκδικήσει την δική της ζωή. Στην πορεία, βεβαίως κερδίζοντας την πολυπόθητη ελευθερία της, πληρώνει στο ακέραιο το τίμημα: δεν ακολουθεί τον αγαπημένο της, στερείται την γλώσσα της και την χώρα της, δου[...]



Ποιος φταίει αν εμείς/ φεύγουμε μ’ άδεια χέρια;

2014-01-25T14:29:58.500+02:00

Ποια είναι η αλήθεια στο «Μπολερό» της Ελένης Γκίκα; Της Χρύσας Σπυροπούλου για το βιβλίο «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ», εκδ. ΚαλέντηΗ παρέα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας- και όχι μόνο, γιατί η Ελένη επιδίδεται με επιτυχία και σε άλλα λογοτεχνικά είδη όπως στην ποίηση- μεγάλωσε το 1997 όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Αλήθεια, τα τρως ακόμα τα νύχια σου; από τις εκδόσεις Φιλιππότη, αλλά και η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Όνειρα από Toplexil, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Έκτοτε, η συγγραφική της πέννα δουλεύει αδιάλειπτα και αναπαριστά εικόνες και σκέψεις, πολυμορφικές παρουσίες παρόντων και απόντων προσώπων, ονειρικές εκφάνσεις και μορφές που ανακύπτουν από τους σκιερούς και ομιχλώδεις χώρους του ασυνειδήτου. Γραφή ευαίσθητη, ποιητική, ενίοτε κρυπτική και υπαινικτική, δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Έτσι, μετά από την έκδοση δώδεκα μυθιστορημάτων, το δέκατο τρίτο της με τον αινιγματικό τίτλο Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ (Καλέντης 2013), έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο, και άρα η ιστορία που ακολουθεί διαθέτει ποικιλία ερμηνειών και στάσεων. Η αλήθεια των πραγμάτων είναι μια κινούμενη άμμος, μεταβαλλόμενη και αναπροσαρμοζόμενη διαρκώς. Ας περιοριστούμε, ωστόσο, στο τελευταίο της μυθιστόρημα, για το οποίο συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ. Διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι  βρίσκεται μπροστά σε παζλ, σε μια σύνθεση την οποία καλείται να ολοκληρώσει, τοποθετώντας το κάθε μέρος του στη σωστή θέση. Εν τω μεταξύ, οι εικόνες, που εμπεριέχουν συγχρόνως ποιητικότητα και αφαιρετικότητα,  συνιστούν έναν κατακερματισμένο κόσμο, στον οποίο ο προσωπικός λόγος ενώνεται, συνδέεται με σπουδαίους συγγραφείς, μουσικούς, αλλά και σύμβολα της μυθολογίας. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα των: Γκαίτε, Μπόρχες, Ίαν Μακ Γιούαν, Δάντη, Ουγκώ, Ιουλίου Βερν, Μάργκαρετ Μίτσελ με το Όσα παίρνει ο άνεμος, Χώθορν με το Άλικο γράμμα, Λιούις Κάρολ με την Αλίκη στη χώρα των θα[...]



Η επαλήθευση της αφήγησης

2014-01-25T10:34:48.080+02:00

 «Τα πορφυρά πανιά» του Αλεξάντρ Γκριν. Μετάφραση: Ιοκάστη Καμμένου. Επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Εκδ. «Κίχλη». σελ. 205«Σύντομα τα έχασε όλα’ όλα, εκτός από το σημαντικότερο: την ξεχωριστή ψυχή του που πετούσε ψηλά». Έτσι «χαμένοι» ξεκινούν στη νουβέλα του Ρωσοπολωνού Άλεξάντρ Γκριν, όλοι στην αρχή: ο Λόνγκρεν ο ναύτης ο οποίος επιστρέφοντας δεν βρίσκει πια να τον περιμένει στο κατώφλι η αγαπημένη του Μαίρη, και η μικρή Ασσόλ, η κόρη του. Και στην άλλη άκρη του ορίζοντα ένας μικρός Γκρέυ, ο οποίος θα βρίσκει τα πάντα σε έναν πίνακα απ’ όπου έρχεται κατ’ επάνω του ένα ιστιοφόρο με ολάνοιχτα τα πανιά, κρατώντας μια γεύση απ’ το μέλλον αλλά δεν θα κρατάει για πάντα όταν είναι τόσο νωρίς. «Πες μου, γιατί δεν μας αγαπάνε;» «Αχ, Ασσόλ, μήπως ξέρουν ν’ αγαπούν; Πρέπει να ξέρεις ν’ αγαπάς, κι αυτοί δεν μπορούν να το κάνουν». Ο Λόνγκρεν που φτιάχνει παιχνίδια-καράβια για να ζήσει την Ασσόλ, της οποίας «η πραγματικότητα είχε μπλεχτεί με το υπερφυσικό» εξ’ αρχής, και θα έρθουν γι’ αυτό αντιμέτωποι με όλη την δυσπιστία, την μωρία και την χλεύη του κόσμου. Αφορμή, η προφητεία του περιηγητή Έγκλ. Ποιητής και μάγος, γνωστός συλλογέας τραγουδιών, μύθων, παραδόσεων και παραμυθιών ο Έγκλ, θα διαβλέψει για την Ασσόλ ένα αλλόκοτα θαυμαστό μέλλον: ένα καράβι με το οποίο θα ‘ρθει για να την πάρει κάποτε ο πρίγκιπάς της και θα ‘χει, σαν το παιχνίδι που πήρε η όχθη μόλις αυτή τη στιγμή, πανιά πορφυρά. Κι απ’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή θ’ αρχίσει για τον μικρή Ασσόλ και «η ασύνειδη προσμονή μιας θαυμάσιας ευλογημένης μοίρας». Ο πατέρας της θα συνηγορήσει στο παραμύθι του Έγκλ, ένας ζητιάνος θα το διαδώσει μετά στο χωριό, με αποτέλεσμα η Ασσόλ να γίνει για όλους και μέχρι να μεγαλώσει «η σαλπαρισμένη Ασσόλ», για να το επαληθεύσει κάποτε, επτά χρόνια μετά, κάποιος καπετάνιος Γκρέυ. Γιατί την ίδια εποχή, κάπου στον κόσμο και μακριά από την Καπέρνα, ο Γκρέυ, μεγαλώνει στο σκοτεινό και μεγαλοπρεπές πατρικό του και αποφ[...]



σαν φόνοι σε οπερατική σκηνή

2014-01-22T11:19:10.199+02:00

 Γράφει η Πέρσα Κουμούτση για «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» της Ελένης Γκίκα, εκδόσεις Καλέντη. Κατά καιρούς πολλοί συγγραφείς έχουν επιχειρήσει να συγγράψουν νουάρ μυθιστόρημα, πολλοί μάλιστα πιστεύουν ότι έχουν πετύχει τη ‘συνταγή’ απλά και μόνο γιατί εντάσσουν στα μυθιστορήματα τους αστυνομική πλοκή. Αντιθέτως,  το βιβλίο της Ελένης Γκίκα, αν και δεν στηρίζεται στη κλασσική δομή ενός νουάρ μυθιστορήματος, δεν ακολουθεί δηλαδή την πεπατημένη τακτική των αστυνομικών μυθιστορημάτων, ή το αξιακό εκείνο σύστημα που φέρνουν τα μυθιστορήματα της αστυνομικής λογοτεχνίας: αυτό της εξιχνίασης του μυστηρίου, ούτε καταλήγει με τις καθιερωμένες συλλήψεις ή την καταδίκη του δράστη, το βιβλίο περιλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που το κατατάσσουν και σε αυτό το είδος, επιβεβαιώνοντας παλαιότερες υποψίες μου ότι η Ελέη, όχι μόνο μπορεί να γράψει νουάρ, αλλά ότι και ιδιοσυγκρασιακά της ταιριάζει γάντι. Το βιβλίο με τον ευφάνταστο τίτλο « Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» αποτελεί το 13 μυθιστόρημα της συγγραφέως και είναι ένα βιβλίο που κινείται περίτεχνα σε δυο επίπεδα ή αλλιώς στηρίζεται σε δυο κεντρικούς άξονες. Εκείνο της Ιστορίας με ιώτα κεφαλαίο, και εκείνο της ιστορίας, ή του μύθου των κεντρικών ηρώων της. Κι ανάμεσα τους 21 πρόσωπα που δολοφονούνται με ένα περίεργο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο και πάντα σε αρχαιολογικούς χώρους, νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία εκεί ή όπου αλλού «η πύλη του Άδη είναι ανοικτή», όπως αναφέρει η ίδια.  Οι 21 αυτοί φόνοι θα μπορούσαμε να πούμε οτι απαρτίζουν τους κρίκους της αλυσίδας εκείνης που όχι μόνο συνενώνει τις δυο ιστορίες, τη μικρή και τη μεγάλη- αλλά τα πρόσωπα με τις καταστάσεις, κυρίως όμως το παρελθόν με το παρόν, γιατί όπως υποστηρίζει η ίδια στο βιβλίο της, «το παρελθόν μας ενυπάρχει στο παρόν, και είμαστε ότι αφήνουμε πίσω μας.»Έτσι, το κάθε έγκλημα που διαπράττεται στο σήμερα, αντικρίζει σε ένα άλλο που δ[...]



το μυστικό ήταν στο παγωτό και στην αρχιτεκτονική

2014-01-21T09:08:20.634+02:00

«Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» Πάντα όταν είναι να μιλάω για κάτι δικό μου είμαι αμήχανη. Ίσως γι’ αυτό και να γράφω. Για να πω εκείνα που με βαραίνουν αλλά περισσότερο για να τα βρω. Θα ορκιζόμουν ότι αυτό εδώ το βιβλίο υπήρξε παιχνίδι.Ένα παιχνίδι αλλόκοτο ή μάλλον ένα βιβλίο- παιχνίδι, εξάλλου από παιδάκι έτσι το έμαθα το παιχνίδι, σαν διάβασμα. Θέλω να πω ότι θέλοντας και μη, με απίστευτη έκπληξη, με χαρά παιδική, ήταν σα να το διάβαζα από κάπου αράδα – αράδα, με την πρώτη του αράδα τόσο αλλόκοτα απολαυστική. Έντεκα χρόνια πριν και στην παλιά πόλη της Ρόδου, ντάλα Ιούλης, - ο μήνας που φοβάμαι κι ωστόσο επάνω του πάω όπως συνηθίζουμε να πηγαίνουμε κατά πάνω στον χαμό,- περίμενα έναν φίλο. Και μ’ έστησε. Για να σπρώξω τον χρόνο στο καφενείο όπου ήμουν είπα να κάνω αυτό που ξέρω από παιδί για τα δύσκολα και τις ώρες της αμηχανίας, να φάω δηλαδή παγωτό. Κι έτσι βρέθηκα – στημένη κατ’ αρχάς από το ραντεβού μου- να τρώω ένα απίστευτα σοροπιασμένο μπολερό! Και ακριβώς την ώρα που με πλησίαζε το ραντεβού μου, σημείωνα στην χαρτοπετσέτα, έτσι για να μη το ξεχάσω σαν γεύση, «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ». Εάν δεν με είχε στήσει το ραντεβού μου, εάν είχα παραγγείλει καφέ και όχι το καταπραυντικό παιδικό παγωτό, δεν θα είχα πέσει ποτέ πάνω στο μπολερό. Και φυσικά δεν θα είχα συναντηθεί ποτέ με την ιστορία- μπολερό. Αλλά και όσα ακολούθησαν ήταν ομοίως νομοτελειακώς αλλόκοτα. Η ιστορία ήρθε αργά, καταδεχτικά. Εξάλλου ήδη το κρατούμενο ήταν ένας τίτλος. Και η μουσική σιγουριά. Καθώς και μια νουάρ υπόσχεση από κάπου μακριά. Τα υπόλοιπα, ήταν ο τόπος. Χαρισμένος κι αυτός. Δεν το θυμάμαι ποιο καλοκαίρι μετά, βρέθηκα με τον Κώστα τον Μουρσελά στην Πάρο, και για μια μέρα στο ξενοδοχείο που είχε στήσει με την πρώτη γυναίκα του «πέθανε γι’ αυτό το ξενοδοχείο», μου είπε χαρακτηριστικά. Ένα κτήριο λαβυρινθώδους και μπορχικής ομορφιάς. Με μια φύση μακριά από τους τουρίστες. Έχω μαν[...]